Skip to main content
Χρόνος Ανάγνωσης 66 Λεπτά

Βαρελάς Τάκης / Δουλεύοντας το χαλκό ΙΙΙ / Μικτή τεχνική 60cm X 86cm / 2015

Mikael Hård


Μετάφραση-επιμέλεια:
Κωνσταντίνα Γεωργούλια

Επιστημονική επιμέλεια μετάφρασης – Θόδωρος Αραμπατζής

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το Κεφάλαιο 3 του βιβλίου με τίτλο The Intellectual Appropriation of Technology. Discourses on Modernity, 1900–1939, Hård, M. & Jamison, A. (eds), 1998. Cambridge, Massachussetts: The MIT Press. Το InS έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα για τη μετάφραση του κεφαλαίου αυτού στην ελληνική γλώσσα. O συγγραφέας του κειμένου είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Ιστορίας του Πολυτεχνείου του Darmstadt.

Η ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, ένας νεαρός μηχανικός, ο Χανς Κάστορπ, πασχίζει να προσανατολιστεί σε μια περίοδο αλλαγής. Ο Μαν γράφει: «Η πρόοδος, μέχρι τώρα, στο μυαλό του Κάστορπ, είχε να κάνει με πράγματα, όπως η ανάπτυξη των γερανών και των παλάγκων ανύψωσης του δέκατου ένατου αιώνα» (Mann, 1924/1969, 155). Η παραδοσιακή άποψη της μηχανικής όσον αφορά την τεχνολογία, ως τη μόνη πραγματικά προοδευτική δύναμη, που μεταμόρφωνε τη φύση προς υλικό όφελος της ανθρωπότητας, δεν είναι πλέον αυτονόητη. Ο Κάστορπ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα επιχειρήματα του Λουντοβίκο Σετεμπρίνι, ενός Ιταλού λόγιου. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι αξίες, όπως η δημοκρατία και η δικαιοσύνη θα μπορούσαν, επίσης, να θεωρηθούν προοδευτικές. «Όλα αυτά έκαναν μια συγκεχυμένη εντύπωση στον Χανς Κάστορπ. Ο κ. Σετεμπρίνι φαινόταν να φέρνει κοντά, ταυτόχρονα, κατηγορίες τόσο διαφορετικές, οι οποίες, στο μυαλό του νεαρού άντρα, ήταν ως τώρα εκ διαμέτρου αντίθετες – για παράδειγμα, η τεχνολογία και η ηθική!» (ό. π., 155-156). Το ότι ο Μαν επισημαίνει τον μεταβατικό χαρακτήρα της έννοιας της «τεχνολογίας», τη δεκαετία του 1920, δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα εδώ. Ίσως ακόμα πιο συναρπαστικό είναι ότι αποδίδει στον Σετεμπρίνι την ιδέα ότι η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να έχει θετικές, ηθικές συνέπειες. Είναι ο Ιταλός homo humanus που αποτυπώνει την πεποίθηση ότι τα νέα συστήματα μεταφοράς και επικοινωνίας θα επιφέρουν «την παγκόσμια αδελφικότητα μεταξύ των ανθρώπων». Ο ουμανιστής είναι εκείνος που ενώνει την τεχνική και την πολιτισμική πρόοδο – όχι ο μηχανικός!

Η σύγχρονη τεχνολογία αμφισβητήθηκε κατά κόρον στη Γερμανία του Μαν, συχνά με τρόπο που έδωσε το έναυσμα για πνευματικές θέσεις και συμμαχίες που προκάλεσαν έκπληξη. Η πάλη για να βρεθεί μια κατάλληλη θέση για τη «μηχανή», στο πλαίσιο της γερμανικής κουλτούρας, αποδείχθηκε δύσκολη. Οι διανοούμενοι έτειναν να διστάζουν ενόψει της σύγχρονης τεχνολογίας και δεν είναι να απορεί κανείς που ο Μαν επέλεξε έναν Ιταλό ουμανιστή ως τον εκπρόσωπο των πιο προοδευτικών και επιστημονικών ιδεών. Ωστόσο, το να διστάζει κανείς σημαίνει ότι δεν αντιτίθεται. Όπως θα δείξουμε σε αυτό το κεφάλαιο, μία από τις πιο κοινές ουμανιστικές θέσεις, όσον αφορά τη γερμανική πάλη, ήταν να κληθεί το κράτος να ελέγξει και να κατευθύνει την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνολογίας. Πολλοί διανοούμενοι, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, ήθελαν να οργανώσουν την τεχνολογία, όπως ακριβώς ήθελαν να βάλουν τάξη σε αυτό που θεωρούσαν τη χαοτική οικονομία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Στην προσπάθειά τους να οργανώσουν τη νεωτερικότητα, ζήτησαν την παρέμβαση του κράτους (βλέπε Wagner, 1994 και κεφάλαιο 9 στον παρόντα τόμο).

Η γενική κρίση της κλασικής, φιλελεύθερης νεωτερικότητας είχε ήδη αρχίσει στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Ωστόσο, η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να ειπωθεί ότι πέρασε την πρώτη της κρίση κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο μετά. Εκείνη την εποχή, αποτέλεσε κεντρικό θέμα στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο. «Ο διάλογος περί “τεχνολογίας” έγινε της μόδας», έγραψε αργότερα ένας σύγχρονος παρατηρητής (Dessauer, 1958, 27). Το αέριο μουστάρδας και τα τανκς απέδειξαν στους επικριτές ότι η τεχνολογία δεν οδηγούσε απαραίτητα στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου και ότι δεν χρειαζόταν να είναι μια διεθνής, ενοποιητική δύναμη. Η μεταπολεμική ύφεση απέδειξε, επίσης, σε ορισμένους σχολιαστές, ότι ο καπιταλισμός έπρεπε να τιθασευτεί και να κατευθυνθεί προς κοινούς στόχους. Οι επικλήσεις για σχεδιασμό, ρύθμιση και έλεγχο ακούγονταν ευρέως – κυρίως από τον Βάλτερ Ράτεναου (Walther Rathenau), τον πολύπλευρο διευθυντή της AEG1, υπουργό της κυβέρνησης και δοκιμιογράφο. Παρόλο που δεν ήταν τυπικός βιομήχανος, ο Ράτεναου ήταν εξίσου ανήσυχος όπως και όλοι οι άλλοι για τα οικονομικά προβλήματα που ταλάνιζαν τη μεταπολεμική Γερμανία. Όπως και ο περισσότερος κόσμος, είχε την τάση να κατηγορεί τους νικητές του πολέμου για τα δεινά της Γερμανίας.

Δεν ήταν μόνο οι πρώην εχθροί που στοχοποιούνταν στον γενικό διάλογο· κριτικάρονταν, επίσης, και οι μηχανικοί και οι επιστήμονες (Forman, 1971) (Herf, 1984). Χρησιμοποιώντας το κλασικό επιχείρημα της ηθικής ουδετερότητας της επιστήμης, οι εκπρόσωποι του επαγγέλματος των μηχανικών διατείνονταν ότι οι μηχανικοί δεν μπορούσαν να καταστούν υπεύθυνοι για τις θηριωδίες του πολέμου. Στον αγώνα τους για να πετύχουν μια εκ νέου αναγνώριση, πολλοί ιδιαιτέρως μορφωμένοι μηχανικοί ισχυρίζονταν ότι οι δραστηριότητές τους θα έπρεπε να θεωρηθούν τόσο «πολιτιστικές» όσο και εκείνες των καλλιτεχνών και των επιστημόνων (Dietz et al, 1996). Για να στηρίξουν αυτό το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι η τεχνολογία θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην εθνική πολιτισμική ταυτότητα και ότι η εκπαίδευση των μηχανικών θα έπρεπε να περιλαμβάνει στοιχεία της κλασικής Bildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Παιδεία.). Με άλλα λόγια, επιστρατεύτηκαν τα παραδοσιακά πλαίσια αναφοράς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της σύγχρονης τεχνολογίας.

Ωστόσο, ο πόλεμος δεν έκανε όλους τους μη μηχανικούς ανταγωνιστικούς απέναντι στο σύστημα της μηχανής. Ήταν γενικά αποδεκτό ότι χρειαζόταν η τεχνολογία, προκειμένου να ανοικοδομηθεί η Γερμανία μετά τον πόλεμο. Στον κοινωνικό επιστήμονα Βέρνερ Σόμπαρτ (Werner Sombart), που ασκούσε μεγάλη επιρροή, ο πόλεμος έδειξε ότι η τεχνολογία είχε τη δυνατότητα να ενώσει τη Γερμανία και να τη μετατρέψει σε μεγάλη δύναμη. Για τον εθνικιστή Σόμπαρτ –όπως και για τον διάσημο προφήτη της ημέρας της κρίσεως Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler)– μια προϋπόθεση ήταν ο γερμανικός λαός να απορρίψει την ξένη τεχνολογία και να αναπτύξει τη δική του, η οποία θα βασιζόταν στο κράτος.

Η Nolan επισημαίνει στην ανάλυσή της όσον αφορά την «ενσωμάτωση» των αμερικανικών ιδεών στη γερμανική κοινωνία ότι ελάχιστοι διανοούμενοι ενδιαφέρθηκαν να εισαγάγουν ξένες έννοιες χωρίς τροποποίηση (Nolan, 1994, 9). Ακόμη και οι πιο εξέχοντες Γερμανοί υπέρμαχοι του Τεϊλορισμού (Σ.τ.Μ.: Ο Τεϊλορισμός, που πήρε το όνομά του από τον Frederick Taylor, είναι θεωρία μάνατζμεντ που αναλύει και συνθέτει ροές εργασίας και αποτελεί τη βάση της μαζικής παραγωγής. Κύριος στόχος του είναι η βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας, ιδίως της παραγωγικότητας της εργασίας. Ήταν μία από τις πρώτες προσπάθειες εφαρμογής της επιστήμης στη μηχανική των διαδικασιών και το μάνατζμεντ) και του Φορντισμού (Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για καθεστώς συσσώρευσης που έχει ως χαρακτηριστικά την καθετοποιημένη μαζική παραγωγή, τη σταθερότητα στα κέρδη της επιχείρησης, τη συνεχή λειτουργία των εργοστασίων με πλήρη παραγωγή και πλήρη απασχόληση. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά από τον Antonio Gramsci, τη δεκαετία του 1930 και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την αποτύπωση του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) ισχυρίζονταν ότι εκείνα τα αρχικώς αμερικανικά φαινόμενα θα έπρεπε να τροποποιηθούν για να ταιριάξουν με τις γερμανικές συνθήκες. Όπως το θέτει η Banta, όταν μιλάει για την αφηγηματική εφαρμογή των ιδεών του Taylor και του Ford στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτές τις ιδέες «τις οικειοποιήθηκε οποιαδήποτε ιδεολογία τις βρήκε χρήσιμες» (Banta, 1993, 14). Υποστηρίζω ότι παρόμοιες διαδικασίες πνευματικής ενσωμάτωσης και οικειοποίησης μπορούν να εντοπιστούν στις περισσότερες γερμανικές συζητήσεις γύρω από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ακόμη και ο μηχανικός των ακτίνων Χ, Friedrich Dessauer, το θεώρησε υποχρέωσή του –από την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα– να «ενσωματώσει την τεχνολογία στην κουλτούρα» (Dessauer, 1958, 62). Ο Dessauer και άλλοι υπέρμαχοι της τεχνικής προόδου έθεσαν, κατά την προσωπική μου ερμηνεία, ως στόχο τους να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία και να την ενσωματώσουν στην παραδοσιακή κοινωνία, χωρίς να χρειαστεί να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του μηχανικού πνεύματος. Για τον λόγο αυτό, προσέφυγαν σε ένα παραδοσιακό, γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, στο οποίο η εθνική Kultur (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κουλτούρα.) χαιρετίστηκε και ο διεθνής Zivilisation (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πολιτισμός.) αποδοκιμάστηκε. Από τον «σχεδιασμένο καπιταλισμό» του Ράτεναου, τη δεκαετία του 1910, έως τον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ, τη δεκαετία του 1930, έγιναν προσπάθειες για να δομηθεί ένας «λόγος περί ρύθμισης» και να ελεγχθεί και να οργανωθεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε μια εθνική βάση (Dierkes et al, 1988). Αυτές οι ιδέες έτυχαν μεγάλης στήριξης από την κοινότητα των μηχανικών και ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν στη ναζιστική πολιτική πρακτική (Herf, 1984) (Renneberg & Walker, 1993).

Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω τις θέσεις των βασικών μηχανικών της Γερμανίας και των αντιπάλων τους που είχαν λάβει κλασική εκπαίδευση, όπως επίσης και τις απόψεις του Ράτεναου, του Σόμπαρτ και του Μαξ Βέμπερ (Max Weber). Δεδομένου ότι είναι αδύνατο να καλυφθεί ολόκληρη η γερμανική «πάλη για την τεχνολογία» στο παρόν κεφάλαιο, επέλεξα να αντιμετωπίσω αυτές τις ομάδες και αυτά τα άτομα ως εκπρόσωπους διαφορετικών θέσεων στη συζήτηση. Δυστυχώς, δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να αναφερθώ εκτενώς είτε στους σοσιαλιστές είτε στους βασικούς Ναζιστές διανοούμενους.

Εκτός από το γεγονός ότι ο Ράτεναου, ο Σόμπαρτ και ο Βέμπερ άσκησαν μεγάλη επιρροή, αυτοί οι πρωταγωνιστές έδωσαν, επίσης, το έναυσμα για να ξεκινήσουν διάλογοι που από τότε αποτέλεσαν το πλαίσιο για σύγχρονες ακαδημαϊκές και πολιτικές συζητήσεις. Το δυσεπίλυτο πρόβλημα τεχνολογίας-κουλτούρας, το οποίο ήταν τόσο βασικό για τους κορυφαίους μηχανικούς τις δεκαετίες του 1910 και του 1920, παραμένει ένα θέμα στη σημερινή, γερμανικού στιλ, φιλοσοφία της τεχνολογίας (Ropohl, 1991). Ομοίως, το ερώτημα του πώς να ελέγξουμε την τεχνολογία εξακολουθεί να υφίσταται τη δεκαετία του ’90 με όρους που εν πολλοίς είναι οι ίδιοι με εκείνους που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Dierkes et al, 1988). Και ο διάλογος περί τεχνολογικού έναντι κοινωνικού ντετερμινισμού εξακολουθεί να είναι κεντρικός στις κοινωνικές σπουδές της τεχνολογίας από τον Σόμπαρτ και τον Βέμπερ έως τον Jürgen Habermas και τον Ulrich Beck (Rammert, 1993).

Βαρελάς Τάκης / Λεωφόρος των δακρύων / Ακρυλικό 90cm X 100cm / 2015

ΟΙ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΙ ΤΙΘΑΣΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι, στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, οι Γερμανοί μηχανικοί συνιστούσαν έναν κλάδο που χαρακτηριζόταν από ανασφάλεια (Gispen, 1989). Ο Hortleder έχει δείξει ότι πολλοί μηχανικοί αγωνίζονταν να αποκτήσουν ένα υψηλότερο κοινωνικό στάτους και σημαίνουσες θέσεις στη δημόσια διοίκηση (Hortleder, 1974). Οι μηχανικοί που ήταν πιο δραστήριοι σε αυτή την προσπάθεια για αναγνώριση ήταν εκείνοι που είχαν λάβει ανώτερη εκπαίδευση σε ένα ινστιτούτο τεχνολογίας και είχαν γίνει DiplomIngenieuren (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Διπλωματούχοι μηχανικοί.) (Ludwig, 1974, 25).

Οι μηχανικοί απολάμβαναν, όντως, κάποια επιτυχία. Πολλές πολυτεχνικές σχολές, τη δεκαετία του 1870, απέκτησαν στάτους Hochschule (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.)· αυτές οι σχολές, με τη σειρά τους, απέκτησαν το προνόμιο να χορηγούν διδακτορικά διπλώματα το 1899. Τα σύγχρονα γυμνάσια και λύκεια που βασίζονταν στις θετικές επιστήμες κατατάσσονταν επισήμως ως ισότιμα με τα κλασικού προσανατολισμού Gymnasien (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.). Ωστόσο, αυτή η επαγγελματική στρατηγική αποδείχτηκε ανεπαρκής. Δεν μπορούσε ο κάθε μηχανικός να γίνει δημόσιος υπάλληλος ή διάσημος ηγέτης επιχείρησης, μια εποχή που εκπαιδεύονταν όλο και περισσότεροι μηχανικοί. Η κραυγή για υψηλότερο στάτους έπεσε στο κενό ενόψει ενός αναδυόμενου «προλεταριάτου» μηχανικών2. Επιπλέον, από τη στιγμή που η κοινωνική κριτική πάνω στην επιστήμη και την τεχνολογία έγινε εντονότερη στο τέλος του αιώνα (Hughes, 1958), η θέση των μηχανικών γινόταν ολοένα και πιο προβληματική. Πιέζονταν έντονα να βρουν άλλες οδούς για κοινωνική αναγνώριση. Ένα τέτοιο μονοπάτι έδωσε στους μηχανικούς το δικαίωμα να υιοθετήσουν τη φιλοσοφικά ιδεαλιστική γλώσσα που ήταν γνωστή σε εκείνους που ο Ringer έχει αποκαλέσει Γερμανούς μανδαρίνους (Ringer, 1987). Αυτή η ομάδα αποτελούνταν από την κλασικά εκπαιδευμένη ελίτ της μεσαίας τάξης των αξιωματούχων της κυβέρνησης, των καθηγητών πανεπιστημίου, των καθηγητών των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των ιατρών και των δικηγόρων. Τα μέλη της, συνήθως, ήταν συντηρητικοί, από πολιτική άποψη, και είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη γερμανική κουλτούρα και την κλασική παιδεία. Είχαν φοιτήσει στο Gymnasium (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.) και είχαν εντρυφήσει στον Φίχτε, τον Χούμπολτ και τον Χέγκελ, αποκτώντας, κατά συνέπεια, αυτό που ο Bourdieu αποκαλεί μια μεγάλη ποσότητα «πολιτισμικού κεφαλαίου» (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 2).

Το κύριο σημείο που θίγω σε αυτήν την ενότητα είναι ότι πολλοί μηχανικοί ανέπτυξαν μια νέα επαγγελματική στρατηγική μετά το 1900 και ότι το έκαναν αυτό προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί από την ελίτ των διανοούμενων. Πολλοί μηχανικοί επιχείρησαν να αποκομίσουν «συμβολικό όφελος», υιοθετώντας τον διάλογο των μανδαρίνων. Αντί να αγωνίζονται αρχικά να αποκτήσουν θέσεις στην κρατική διοίκηση και υψηλότερους μισθούς, επέλεξαν μια συμπληρωματική στρατηγική: να κάνουν τη σύγχρονη τεχνολογία αποδεκτή από την ελίτ των διανοούμενων, προσαρμόζοντας το λεξιλόγιό τους στο πρότυπο των μανδαρίνων. Η εξουσία των μανδαρίνων εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να ελέγχουν και να ορίζουν αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται αποδεκτή γλώσσα (Ringer, 1987, 21). Μηχανικοί με μεγάλη επιρροή επιχείρησαν να προαγάγουν την πνευματική και πολιτισμική αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας, αποδεχόμενοι το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, στο οποίο ο όρος Kultur έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο. Οι προσπάθειες των μηχανικών να προσδώσουν στην τεχνολογία ένα πολιτισμικό νόημα μπορεί να ιδωθεί ως μια «στρατηγική στροφή σε εννοιολογικό επίπεδο» (Ropohl, 1991, 200). Όπως έχουν παρατηρήσει οι Koenne, Ludwig και Lenk, το αποτέλεσμα ήταν ότι κάποια τμήματα της γερμανικής αντιπαράθεσης, όσον αφορά τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, κατέληξαν να καμουφλαριστούν με την ιδεαλιστική γλώσσα των κλασικών σπουδών (Koenne, 1979) (Ludwig, 1974) (Lenk, 1982). Ωστόσο, αυτό που δεν συζήτησαν αυτοί οι ακαδημαϊκοί είναι ότι η υιοθέτηση εκ μέρους των μηχανικών ενός μανδαρινικού λεξιλογίου επηρέασε, επίσης, τα νοήματα των όρων που χρησιμοποιούνται. Η μηχανή εισχώρησε στον νου ως μια εξιδανικευμένη οντότητα και έτσι σπάρθηκαν οι πρώτοι σπόροι αυτού που θα γινόταν η Technikphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της τεχνολογίας.). Ο διάλογος στον οποίο ανήκει και ο ίδιος ο Ropohl απέκτησε το πλαίσιό του αυτήν την εποχή.

Η έννοια της Bildung, η οποία είχε τις ρίζες της στα γραπτά του Wilhelm von Humboldt, ήταν κομβική για την ιδεολογία των μανδαρίνων (Bollenbeck, 1994). Αποτελούμενη από τρία αλληλένδετα στοιχεία (Ropohl, 1991, 217), έδινε έμφαση στην προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, συνέστηνε τις ελληνικές και ρωμαϊκές μελέτες ως την καλύτερη εκπαίδευση για τον ανθρώπινο νου και τόνιζε ότι ήταν πιο σημαντικές οι πνευματικές αντί οι υλικές πτυχές του κόσμου. Ωστόσο, αυτός ο ιδεαλισμός ήταν στοχαστικός και παθητικός, αλλά εκτιμούσε την εποικοδομητική δημιουργικότητα του ανθρώπου (Ringer, 1987, 28). Όχι μόνο οι πνευματικές, αλλά και οι υλικές δημιουργίες μιας πραγματικά δημιουργικής ύπαρξης μπορούσαν να αποκαλεστούν Kultur – και η Kultur ήταν κάτι που οι μηχανικοί λαχταρούσαν να λάβουν.

Ανά τους αιώνες, ανάμεσα στο κράτος και στους διανοούμενους που είχαν λάβει ακαδημαϊκή μόρφωση καλλιεργήθηκαν ισχυροί αμοιβαίοι δεσμοί. Το κράτος είχε παράσχει στους διανοούμενους ορισμένα προνόμια και, ως αντάλλαγμα, είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί τις διοικητικές και ρητορικές τους δεξιότητες. Με την αλλαγή του αιώνα, αυτή η προνομιούχα θέση –το πολιτισμικό κεφάλαιο των διανοούμενων– απειλήθηκε από μια ισχυρότερη τάση της επικαιρότητας. Ενόψει των έντονων υλικών, πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, οι μανδαρίνοι ένιωσαν η θέση τους, ως φορέων του πνεύματος και του πολιτισμού, να κινδυνεύει (Ringer, 1987, 12-13, 50). Είδαν να δέχονται επίθεση από τους ματεριαλιστές μηχανικούς και επιστήμονες, τους απάνθρωπους βιομήχανους και (μερικές φορές, τους Εβραίους) επιχειρηματίες. Αλλά ακόμα και αν οι τελευταίες αυτές ομάδες είχαν αποκτήσει χρηματική δύναμη, οι μανδαρίνοι εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να εμπιστευτούν στους ίδιους τη διατήρηση των κλασικών αξιών. Μόνο εκείνοι έπρεπε να είναι Kulturträger (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φορείς πολιτισμικών αξιών.).

Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι είδαν η θέση τους να κινδυνεύει ακόμα περισσότερο και αντέδρασαν ποικιλοτρόπως, προκειμένου να διατηρήσουν το κοινωνικοπολιτισμικό πλεονέκτημά τους. Αυτή η δύσκολη κατάσταση τους υποχρέωσε να επανεξετάσουν, να αναθεωρήσουν και να επαναδιατυπώσουν την ιδεολογία τους. Ορισμένοι μανδαρίνοι «μεταρρυθμιστές», συνειδητοποιώντας ότι ζούσαν τώρα στην «εποχή της τεχνολογίας», ήταν πρόθυμοι να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία της σύγχρονης ζωής στα χαμηλότερα και μεσαία επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος (Ringer, 1987, 52-53). Αλλά περισσότερο σύνηθες ήταν να απορρίπτουν πολλά από τα στοιχεία της σύγχρονης κοινωνίας και να ζητούν μεγαλύτερη στήριξη από το κράτος. Οι περισσότεροι μανδαρίνοι επιτέθηκαν στην ορθολογική τεχνολογία και την ωφελιμιστική επιστήμη, όπως επίσης και στη μετριότητα της δημοκρατικής κοινωνίας της μάζας, κατηγορώντας τες ότι ήταν υπέρμαχοι του Zivilisation. Το να είναι κάποιος πολιτισμένος σήμαινε, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία των μανδαρίνων, να τον απασχολεί υπερβολικά μόνο ο εξωτερικός κόσμος. Οι μανδαρίνοι αντιπαράβαλλαν έντονα αυτόν τον υλισμό με αυτό που θεωρούσαν ως τον βαθύ προσανατολισμό της Kultur που ήταν εσωστρεφής. Απεχθάνονταν τη σύγχρονη εκπαίδευση, η οποία είχε να κάνει με την απλή μετάδοση πληροφοριών και έναν προσανατολισμό προς την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, προστάτευαν την κλασική εκπαίδευση ως μέσο καλλιέργειας της προσωπικής ανάπτυξης. Ήθελαν την Bildung και όχι την Ausbildung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Εκπαίδευση.). Ο δεξιός συγγραφέας Moeller van der Bruck συνόψισε εύγλωττα αυτή την άποψη, όταν είπε ότι ο πολιτισμός ανήκε στο στομάχι και η κουλτούρα στο πνεύμα (Stern, 1961).

Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι μανδαρίνοι άρχισαν να υπερασπίζονται την κουλτούρα και για εθνικούς λόγους. Άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους φορέα όχι μόνο της εσωτερικής κουλτούρας, αλλά και της γερμανικής κουλτούρας. Ενώ ο πολιτισμός αποδοκιμάστηκε ως ένα διεφθαρμένο αγγλοσαξονικό και γαλλικό φαινόμενο, η Kultur εκθειάστηκε ως κάτι γνήσια γερμανικό. Κατά συνέπεια, ο όρος Kultur δεν είχε συγκεκριμένο νόημα. Ο Bollenbeck δείχνει πώς, γύρω στην αλλαγή του αιώνα, ο όρος Kultur συνδέθηκε με όλα τα είδη της ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της Technik (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Τεχνολογία.) (Bollenbeck, 1994, 29 κ. εξ.). Αλλάζοντας την υποδήλωση του όρου από κάτι πνευματικό και ατομικό σε κάτι εθνικό και συλλογικό, οι μανδαρίνοι αύξησαν την πιθανότητά τους να υπερασπιστούν με επιτυχία τη θέση τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη κοινωνία. Σε αυτή τη διαδικασία, αναβίωσαν μια παράδοση αιώνων και την τροποποίησαν, έτσι ώστε να ταιριάζει με τη νέα εποχή. Πολλοί εκπρόσωποι της μηχανικής άρχισαν να κάνουν το ίδιο – αλλά από μια άλλη κατεύθυνση.

Το χάσμα ανάμεσα στον πολιτισμό και την κουλτούρα στον γερμανικό διάλογο είναι γνωστό τοις πάσι. Λιγότερο οικείες, αλλά διόλου άγνωστες, είναι οι πτυχές εκείνες του διαλόγου που ασχολήθηκαν απευθείας με την τεχνολογία ως κοινωνικοπολιτισμικό φαινόμενο (Herf, 1984) (van der Pot, 1985) (Ropohl 1991, κεφάλαιο 10) (Sieferle, 1984). Αυτός ο διάλογος άρχισε να αποκτά σχήμα τη δεκαετία του 1900, όταν ο συντηρητικός μανδαρίνος συγγραφέας Eduard von Mayer εξέδωσε ένα βιβλίο με τον τίτλο Technik und Kultur (Τεχνολογία και Κουλτούρα) (1906) και όταν ο Friedrich Dessauer άρχισε να δημοσιεύει άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα (π.χ., Dessauer, 1908). Ο Dessauer ήταν που αργότερα θα αποκαλούσε αυτόν τον διάλογο «η πάλη για την τεχνολογία». Αυτή η πάλη δεν αφορούσε κατά κύριο λόγο τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις ορισμένων καινοτομιών, όπως ο διάλογος του δέκατου ένατου αιώνα για «τη μηχανή». Αντίθετα, οι μαχόμενοι και από τα δύο στρατόπεδα διατηρούσαν το παραδοσιακό συλλογιστικό πλαίσιο, επιχειρώντας να βρουν ένα μέρος για τη σύγχρονη τεχνολογία εντός των ορίων μιας κλασικής και εθνικής κουλτούρας. Συνεπώς, η υπόθεση του Ropohl ότι όλοι οι μη μηχανικοί συμφωνούσαν με τον διαχωρισμό τεχνολογίας-κουλτούρας δεν είναι σωστή, ούτε και ο ισχυρισμός του ότι αυτός ο διαχωρισμός ανήκει σε μια «συγκεκριμένη “γερμανική ιδεολογία”» ή η άποψή του ότι μόνο οι μη Γερμανοί, όπως ο Lewis Mumford3, έχουν αναπτύξει πλήρως την ιδέα της τεχνολογίας ως πολιτισμικού προϊόντος (Ropohl, 1991, 198-199).

Ο Mayer αντιτίθετο σε μεγάλο μέρος, αλλά όχι στο σύνολο της σύγχρονης τεχνολογίας· ωστόσο, δεν υποστήριζε την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα. Μέσα από μια συντονισμένη κίνηση «πνευματικής ιδιοποίησης», όρισε εκ νέου την έννοια της τεχνολογίας, με σκοπό να καταστήσει δυνατό να συμπεριληφθούν στη γερμανική κουλτούρα τεχνολογίες που θεωρούσε αποδεκτές, αποκλείοντας παράλληλα και απορρίπτοντας μη αποδεκτές τεχνολογίες. Ο Mayer δεν αποδέχτηκε τον κλασικό βασικό ορισμό της Technik ως ταυτόσημο με τα υλικά δημιουργήματα και τα μηχανικά συστήματα. Αντίθετα, θεώρησε όλα τα αποτελέσματα της γνήσια ανθρώπινης δραστηριότητας ως Technik (Zschimmer, 1937, 27–37). Τα εργαλεία, τα εργοστάσια, τα βιβλία, ακόμη και τα κοινωνικά συστήματα ανήκαν τώρα στην τεχνολογία – δεδομένου ότι ήταν προϊόντα μιας αληθινής προσωπικότητας. Ο Mayer ασπάστηκε το ιδανικό της ατομικής Bildung και υποστήριξε ότι η καλύτερη τεχνολογία θα έδινε τη δυνατότητα στον καθένα να αναπτύξει τις δικές του ικανότητες. Ωστόσο, η άποψή του δεν ήταν ατομικιστική με τη φιλελεύθερη έννοια του όρου. Αντίθετα, ήταν εμπνευσμένη από τα ιδανικά του κοινοτισμού. Ο Mayer απαίτησε η τεχνολογία να συμβάλει στην κοινωνική και πολιτισμική ενοποίηση. Εντούτοις, η σύγχρονη τεχνολογία δεν στόχευε σε καμία από αυτές τις κατευθύνσεις. Αντίθετα, δημιουργούσε έναν κονιορτοποιημένο και απάνθρωπο κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε καθόλου χώρος για να αναπτυχθούν οι προσωπικότητες4. Ο Mayer άσκησε κριτική στην καταστροφική και αποθαρρυντική ισχύ του σύγχρονου συστήματος του εργοστασίου. Κατηγόρησε το σύγχρονο «τεχνικό πνεύμα» για τη δημιουργία «αποξένωσης» και για το χτίσιμο μιας κοινωνίας, στην οποία η μοναδικότητα και οι ατομικές ανάγκες είχαν καταπατηθεί από τις τυποποιημένες λύσεις για τις μάζες (von Mayer, 1906, παρατίθεται από τον Dessauer, 1958, 122).

Βαρελάς Τάκης / Μεταλλεργάτες / Ακρυλικό 50cm X 31cm / 2008

Για ειλικρινείς μηχανικούς, όπως ο Dessauer, τέτοιου είδους επιθέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Δεδομένου ότι ο διάλογος δεν αφορούσε πλέον απευθείας πολιτικά, νομικά και διοικητικά ζητήματα, όπως κενές θέσεις στην κυβέρνηση ή πανεπιστημιακά πτυχία, έγινε έκκληση για μια πιο πνευματική και γνωστικού προσανατολισμού στρατηγική. Στις επακόλουθες απαντήσεις του στον Mayer και σε άλλους, ο Dessauer έκανε ό,τι μπορούσε για να κάνει τα επιχειρήματα και τη γλώσσα του να ταιριάξουν με το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων – να αναμετρηθεί μαζί τους, κατά κάποιον τρόπο, στο δικό τους γήπεδο. Ωστόσο, στην πορεία, και εκείνος (όπως ο Mayer) προσπάθησε να επηρεάσει και να τροποποιήσει το περιεχόμενο αυτού του πλαισίου. Όταν συζητούσε τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα με έναν ιστορικό του πολιτισμού, ένα μέρος της στρατηγικής του ήταν να επεκτείνει την υποδήλωση του όρου Technik. Ήθελε να προσδώσει στον όρο μια πνευματική διάσταση. Παραφράζοντας τις σύγχρονες συζητήσεις, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Dessauer (όπως ο Mayer) δεν ήθελε να περιορίσει τον όρο Technik, εννοώντας μόνο καθετί το υλικό. Αποδεχόταν την ιδέα των μανδαρίνων ότι το Geist (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Πνεύμα.) ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικής Kultur, αλλά ισχυριζόταν ότι η τεχνολογία περιείχε, επίσης, το Geist. Με αυτή την κίνηση, προσδόθηκε στην τεχνολογία τόσο μια υλική όσο και μια πνευματική πλευρά5.

Η επέκταση του όρου Technik ήταν κάτι παραπάνω από λογοπαίγνιο. Από τη στιγμή που έδωσε τη δυνατότητα στους μηχανικούς να ισχυριστούν ότι η μηχανική ήταν τόσο πνευματική δραστηριότητα όσο και η μελέτη της ιστορίας ή η ανάγνωση της Βίβλου, μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να γίνει η τεχνολογία αποδεκτή από τη μορφωμένη ελίτ. Τις επόμενες δεκαετίες, έγιναν και αρκετές άλλες προσπάθειες, προς την ίδια κατεύθυνση [βλέπε, π.χ., (Coudenhove-Kalergi, 1922) (Stodola, 1932) (Zschimmer, 1914)].

Οι αντιδράσεις των Γερμανών διανοούμενων απέναντι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ποικίλες. Οι Σόμπαρτ και Σπένγκλερ δεν ήταν οι μόνοι που ανακάλυψαν ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τις κρυμμένες δυνατότητες της γερμανικής κουλτούρας και του γερμανικού έθνους. Ο νεαρός συγγραφέας της Δεξιάς Ernst Jünger θεωρούσε τον πόλεμο ένα είδος εξυγίανσης που εν τέλει θα δυνάμωνε τη Γερμανία. Ο Jünger δεν ήταν παραδοσιακός μανδαρίνος· ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας και ένας σκληροπυρηνικός εκπρόσωπος αυτού που ο Peukert έχει αποκαλέσει η «γενιά των συνόρων» (Peukert, 1987, 26 κ. εξ.). Πήγε να πολεμήσει εθελοντής στον πόλεμο και η εμπειρία αυτή του απέδειξε ότι η σύγχρονη τεχνολογία ήταν ένα από τα κύρια μέσα επιλογής των ισχυρών μελών της κοινωνίας (Herf, 1984, 70 κ. εξ.). Με έναν φουτουριστικό τρόπο, ο Jünger έγραφε: «Η γενιά μας είναι η πρώτη γενιά που αρχίζει να συμφιλιώνεται με τη μηχανή και να βλέπει σε αυτή όχι μόνο κάτι χρήσιμο, αλλά και κάτι όμορφο»6.

Άλλοι διανοούμενοι δεν ήταν τόσο θετικοί. Στα χρόνια του πολέμου, ο μανδαρίνος θεολόγος και ιατρός Albert Schweitzer διατύπωσε μια ριζοσπαστικά ειρηνιστική ηθική, η οποία περιλάμβανε μια θεμελιώδη κριτική της σύγχρονης τεχνολογίας. Ωστόσο, η άποψη του Schweitzer δεν ήταν ότι ο πόλεμος ήταν η ρίζα της παρούσας κρίσης. Αντίθετα, τόσο ο πόλεμος όσο και η σύγχρονη τεχνολογία ήταν τα αποτελέσματα μη ισορροπημένων πολιτισμικών εξελίξεων. «Η μοίρα του πολιτισμού μας», έγραφε, «είναι ότι η υλική πλευρά του αναπτύσσεται πολύ περισσότερο σε σχέση με την πνευματική πλευρά του». (Schweitzer, 1923–24, II, 2). Αυτή η έλλειψη ισορροπίας ήταν εμφανής τόσο στις βαναυσότητες των χαρακωμάτων όσο και στις εργασιακές συνθήκες του σύγχρονου εργοστασίου που θύμιζαν φυλακή. Ο Schweitzer καταδίκασε τη σύγχρονη τεχνολογία για το ότι μεταχειριζόταν τον άνθρωπο και τα άλλα έμβια όντα ως πράγματα, με έναν εργαλειακό τρόπο. Έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα βασιζόταν στην ηθική. Σύμφωνα με τους όρους του Βέμπερ, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Schweitzer επιθυμούσε να αντικαταστήσει μια τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς την αξία με την κυρίαρχη τεχνολογία που ήταν ορθολογική ως προς τον σκοπό (Σ.τ.Μ.: Ο Βέμπερ κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ορθολογική ως προς την αξία δράση και στην ορθολογική ως προς τον σκοπό δράση. Στην πρώτη περίπτωση, το κίνητρο είναι δογματικές αξίες, με έντονο το στοιχείο της ανελαστικότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, τη λεγόμενη δράση εργαλειακού ορθολογισμού, επιλέγονται τα πλέον ορθολογικά μέσα και ο σκοπός είναι ωφελιμιστικός). Ο Schweitzer ήθελε μια τεχνολογία που θα ανακούφιζε τόσο τα «άτομα όσο και τις συλλογικότητες» από τον αγώνα για την άμεση επιβίωση (Schweitzer, 1923–24, I, 21). Ακολουθώντας την παράδοση της Bildung, έκανε έκκληση για μια τεχνολογία που θα έκανε τους ανθρώπους ελεύθερους να καλλιεργήσουν τις δικές τους ικανότητες.

Όπως ο Mayer και αρκετοί άλλοι μανδαρίνοι, ο Schweitzer όρισε εκ νέου την έννοια Kultur, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί σε μια νέα κατάσταση. Η ατομική ελευθερία υπήρξε πάντα ένα σημαντικό συστατικό του πλαισίου αναφοράς των μανδαρίνων, αλλά ο Schweitzer τώρα επαναδιατύπωσε αυτό το πλαίσιο, ώστε να ταιριάζει με την ειρηνιστική και μη ελιτιστική ιδεολογία του. Η κριτική που ασκεί στον ελιτισμό είναι αξιοσημείωτη, μιας και οι περισσότεροι μανδαρίνοι ήταν ελιτιστές. Όρισε την Kultur ως μια ηθική θέση που εγγυάται σε όλα τα έμβια όντα ελευθερία και τον απαιτούμενο σεβασμό. Μια πραγματικά πολιτισμική τεχνολογία θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους και τα ζώα, αντί να τα εκμεταλλεύεται και να τα απειλεί. Το βιβλίο με τίτλο Kulturphilosophie (Φιλοσοφία της Κουλτούρας) του Schweitzer, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια μετά, μπορεί να διαβαστεί ως μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στην πολεμική προσπάθεια εν γένει και στη στρατιωτική τεχνολογία ειδικότερα (βλέπε Schweitzer, 1923–24, II, 270). Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί, επίσης, να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να έχει κάποιος πολιτισμικό έλεγχο πάνω στην τεχνολογική ανάπτυξη και να την οδηγήσει σε νέες κατευθύνσεις. Ο Schweitzer δεν απέρριψε την τεχνολογία, αλλά ήθελε να την οικειοποιηθεί για νέους, πιο πνευματικούς σκοπούς. Επιθυμούσε, κατά κάποιον τρόπο, να την τιθασεύσει με σκοπό αυτή να απελευθερώσει όλα τα έμβια όντα.

Οι μανδαρίνοι δεν ήταν οι μόνοι που φοβόντουσαν τον υποδουλωτικό και βίαιο χαρακτήρα της στρατιωτικής τεχνολογίας και του συστήματος του εργοστασίου. Παρόλο που οι περισσότεροι μηχανικοί δεν φοβόντουσαν απευθείας τις παρούσες τροχιές της τεχνολογίας αυτές καθαυτές, αρκετοί από αυτούς σίγουρα ανησυχούσαν για την έντονη κριτική την οποία πυροδοτούσαν οι αρνητικές συνέπειες. Αν ο επίπονος αντίκτυπος της τεχνολογίας γινόταν περισσότερο αισθητός στον διάλογο και αν, κατά συνέπεια, η κριτική γινόταν εντονότερη, τότε το επάγγελμά τους και ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετούσαν θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν. Ένας συγγραφέας που το συνειδητοποίησε αυτό7 ήταν ο Manfred Schröter, γιος ενός καθηγητή μηχανικής. Τη δεκαετία του 1910, ο Schröter ανέπτυξε μια φιλοσοφία που αντιμετώπιζε την τεχνολογία ως ένα πολιτισμικό προϊόν. Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς μανδαρίνους, ο Schröter δεν θεωρούσε τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη θρησκεία τα μόνα συστατικά της Kultur, αλλά συμπεριλάμβανε, επίσης, την επιστήμη και την τεχνολογία «στο σύνολο της κουλτούρας» (Schröter, 1920, 49). Στον εκ νέου ορισμό που έδωσε στην κουλτούρα, επέλεξε μια πτυχή που ήταν πάντα έμφυτη στην ουμανιστική παράδοση: Kultur και Bildung ως δημιουργικές αντί ως στοχαστικές δραστηριότητες. Ο Schröter όρισε την κουλτούρα ως όλες εκείνες τις δραστηριότητες που βάζουν τάξη και προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή (ό. π., 1). Η θρησκεία και η φιλοσοφία ήταν τα μέσα δημιουργίας αυτής της τάξης, αλλά στη σύγχρονη κοινωνία τον ρόλο τους αναλάμβαναν ολοένα και περισσότερο η επιστήμη και η τεχνολογία. Ο Schröter, κατά συνέπεια, δεν περιόρισε την Technik στα εργαλεία και στις μηχανές· την έκανε να συμπεριλαμβάνει όλο το «δημιουργικό, παραγωγικό έργο» που στόχο έχει να δίνει νόημα στη ζωή με τα υλικά μέσα (ό. π., 56-57). Με άλλα λόγια, έκανε χρήση του συλλογιστικού πλαισίου των μανδαρίνων για να οικειοποιηθεί την τεχνολογία σε μια εκ νέου ορισθείσα έννοια της κουλτούρας.

Ο Schröter δεν ήταν εξολοκλήρου θετικός απέναντι στις εξελίξεις της εποχής του. Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι η κριτική που άσκησε στον υποδουλωτικό χαρακτήρα του μεγαλύτερου μέρους της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία αντανακλάται πιο ξεκάθαρα στο έργο του με τίτλο Philosophie der Technik (Φιλοσοφία της Τεχνολογίας) (Schröter, 1934), θύμιζε τις απόψεις του Schweitzer. Αν η τεχνολογία δεν κυριαρχείται από το πνεύμα, μπορεί να πάρει επικίνδυνη τροπή. Ο «λειτουργιστής» συγγραφέας που ήταν υπέρμαχος της τεχνολογίας και ο ουμανιστής μανδαρίνος μπορούσαν πράγματι να βρουν ένα κοινό έδαφος.

Η επιρροή του Σπένγκλερ πάνω στον δημόσιο διάλογο ήταν μεγαλύτερη από οποιουδήποτε άλλου αυτή την εποχή. Το έργο του με τίτλο The Decline of the West (Η Παρακμή της Δύσης. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα, 2003, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου), ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε πρώτα το 1918 και ο δεύτερος το 1922, πυροδότησε έναν έντονο διάλογο τόσο εντός όσο και εκτός Γερμανίας. Για να υπερασπίσει τον Σπένγκλερ, ο Manfred Schröter έγραψε ακόμα και ένα βιβλίο που συνόψιζε αυτή την «πάλη» (Schröter, 1922). Ο Σπένγκλερ ήταν ένας ανεξάρτητος συγγραφέας αντί ένας καταξιωμένος μανδαρίνος και πολλοί διανοούμενοι άσκησαν κριτική στην ιστοριογραφική προσέγγισή του. Αλλά αρκετές από τις ιδέες του και τα συμπεράσματά του έπεσαν, όντως, σε γόνιμο έδαφος, κυρίως όσον αφορά τους ορθόδοξους μανδαρίνους (Ringer, 1987, 204). Ο Σπένγκλερ ακολούθησε πιστά το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων. Πήρε την παράδοση του Γκαίτε και την επαναδιατύπωσε και επηρεάστηκε πολύ και από τον Νίτσε. Προετοίμασε το έδαφος για τον γνωστό διαχωρισμό ανάμεσα στην Kultur και τον Zivilisation, και κατηγόρησε τον διεφθαρμένο δυτικό πολιτισμό για τις περισσότερες αχρειότητες της σύγχρονης κοινωνίας. Όπως ο Ράτεναου, απεχθανόταν τον φιλελευθερισμό της προσέγγισης του laissezfaire (Σ.τ.Μ.: Φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία που απαιτεί τη μη παρέμβαση της κυβέρνησης, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Κυριολεκτικά, «αφήστε ελεύθερα» όσα σχετίζονται με την παραγωγή και τη διακίνηση των εμπορευμάτων.) και τάχθηκε υπέρ μιας οικονομίας που θα χαρακτηριζόταν από την τάξη και τον έλεγχο. Όπως ο Σόμπαρτ, ήθελε ένα νέο είδος σοσιαλισμού, βασισμένου στις γερμανικές αρετές.

Ο Σπένγκλερ αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του διάσημου βιβλίου του στη «μηχανή» και, αργότερα, θα επανερχόταν σε αυτό το θέμα σε ένα βιβλίο με τίτλο Man and the Machine (Spengler, 1931) (Ο Άνθρωπος και η Τεχνική. Στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Μάγμα, Αθήνα, 2019, μτφ. Γιώργος Δ. Στεφανίδης). Όρισε την τεχνολογία με πολύ ευρείς όρους ως κάθε ικανότητα να ενεργούμε, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την ικανότητα ενός ζώου να τρέχει (Spengler, 1991, 1183). Η τεχνολογία δεν αποτελούσε από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα ήταν μόνο η καπιταλιστική τεχνολογία. Όταν αναδύθηκε η «ιδέα της μηχανής» στην Αναγέννηση, είχε τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο σε κάτι σπουδαίο, κάτι που ενσωμάτωνε την πραγματικά δημιουργική ψυχή του ανθρώπινου είδους (ό. π., 1187). Ωστόσο, εξαιτίας της ολέθριας επιρροής των εμπόρων και των ηγετών των επιχειρήσεων, είχε, κατά συνέπεια, βγει εκτός ελέγχου. Οι κάτοικοι της Δύσης είχαν γίνει σκλάβοι της τεχνολογίας, αντί κυρίαρχοί της. Και ο κατά τ’ άλλα δημιουργικός μηχανικός, «ο πεφωτισμένος ιερέας της μηχανής» (ό. π., 1191) είχε γίνει θύμα της.

Ένας λόγος που ο Schröter ένιωθε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον Σπένγκλερ ήταν ότι Η Παρακμή της Δύσης διαβαζόταν συνήθως ως ένα άκρως αντιτεχνολογικό ανάγνωσμα. Φράσεις όπως «η μηχανή ανήκει στον διάβολο» ήταν ευρέως παρεξηγημένες, τόσο από τους σύγχρονους του Σπένγκλερ όσο και από μεταγενέστερους διανοούμενους (βλέπε π.χ. Hortleder, 1974, 86 κ. εξ.). Όπως έχει επισημάνει ο Herf, γενικά δεν είχε παρατηρηθεί ότι ο Σπένγκλερ έτεινε να τοποθετεί τις χειρότερες πτυχές της σύγχρονης τεχνολογίας στις πιο απροκάλυπτα καπιταλιστικές χώρες στον κόσμο και το βιβλίο του περιλάμβανε μια έκκληση για μια τεχνολογία, η οποία δεν θα εξουσιαζόταν από τον Μαμμωνά (Herf, 1984, κεφάλαιο 3). Οι παραδοσιακοί ήρωες του Σπένγκλερ ήταν ο αγρότης που καλλιεργούσε τη γη και ο σιδεράς, του οποίου τα αγαθά ενσωμάτωναν την ψυχή του δημιουργού τους. Οι δραστηριότητές τους ήταν «αυτού που παρήγαγε» (erzeugend) και «αυτού που επεξεργαζόταν» (verarbeitend), ενώ ο έμπορος που «εκμεταλλευόταν» μόνο μετέδιδε (vermitteln) αγαθά (Spengler, 1991, 1158 κ. εξ.). Το ιδεώδες του Σπένγκλερ ήταν μια τεχνολογία, η οποία ελεγχόταν από τους πραγματικά παραγωγικούς ανθρώπους, όπως τους τεχνίτες και τους μηχανικούς (τους απόγονους του σιδερά). Ήθελε μια τεχνολογία που προέκυπτε από την πραγματική εμπειρία και από μια δημιουργική ψυχή αντί από έναν νου που «εκμεταλλευόταν». Μόνο μια τέτοιου είδους τεχνολογία θα μπορούσε να είναι πραγματικά πολιτισμική. Για τον γερμανικό λαό, αυτό σήμαινε μια ανάγκη για την απόρριψη της τεχνολογίας της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και τη δημιουργία της δικής του τεχνολογίας – που θα βασιζόταν στη γερμανική Kultur.

Με βάση τις κύριες αντιλήψεις αυτού του βιβλίου, είναι δυνατό να ερμηνεύσουμε το έργο του Σπένγκλερ σε δύο επίπεδα. Πρώτον, ο Σπένγκλερ προσπάθησε να τιθασεύσει τη σύγχρονη τεχνολογία, ενσωματώνοντάς τη στη γερμανική κουλτούρα. Δεύτερον, επιχείρησε να βάλει τάξη στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, δημιουργώντας ένα νέο είδος κοινοτικής τάξης (Wagner, 1994).

Ο Σπένγκλερ και πολλοί μανδαρίνοι δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι μόνοι που εξέφρασαν έναν φόβο απέναντι στην ξένη τεχνολογία και υπερασπίστηκαν μια εθνικά προσανατολισμένη τεχνολογία. Το έκαναν ακόμη και ορισμένοι σημαίνοντες μηχανικοί. Ο DiplomIngenieur Carl Weihe ζήτησε από τους συναδέλφους του να μην ξεπουληθούν στη διεθνή τεχνολογία και προειδοποίησε τους συμπατριώτες του για τους κινδύνους του «Amerikanismus (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αμερικανισμός.) και όλες τις βλαβερές συνέπειές του για την ψυχή του λαού» – εννοώντας την ψυχή του γερμανικού λαού (Weihe, 1918, 86). Αυτός ο φόβος γι’ αυτά που θεωρούνταν αμερικανικά ιδεώδη και αμερικανική τεχνολογία άρχισε να διαδίδεται ευρέως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Hermand & Trommler, 1988, 49–58). Ο Weihe υπονόησε ότι η σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσε, πράγματι, να αποτελέσει απειλή, αν δεν στηριζόταν πάνω σε «κοινωνικοηθικές σκέψεις» και κάλεσε τους ανθρώπους της τεχνολογίας και της βιομηχανίας να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να αναπτύξουν μια ανθρώπινη τεχνολογία και να διαδώσουν τη γνώση σχετικά με τα οφέλη της τεχνολογίας στους πολίτες (Weihe, 1918, 86).

Δύο χρόνια αργότερα, ο Weihe επιμελήθηκε την έκδοση του περιοδικού Zeitschrift des Verbandes deutscher DiplomIngenieure, το όνομα του οποίου άλλαξε στο λιγότερο βαρετό Technik und Kultur, το 1922 (Herf, 1984, 171–178). Ο Weihe χρησιμοποίησε αυτό το περιοδικό πολύ αποτελεσματικά ως βήμα για έναν εντατικοποιημένο αγώνα για τη δημόσια αποδοχή της μηχανικής ως πνευματικού εγχειρήματος και έγινε ένας από τους πιο σημαίνοντες και πολυγραφότατους εκπροσώπους του σώματος των μηχανικών την περίοδο του μεσοπολέμου. Οι προσπάθειές του να κάνει την τεχνολογία «την αγαπημένη του λαού» είχαν αρχίσει αμέσως μετά τον πόλεμο ως μια αντίδραση στα συναισθήματα κατά της τεχνικής εκείνης της εποχής (Weihe, 1918, 87). Συμφωνούσε με πολλούς κριτικούς ότι «τα όπλα, τα κανόνια, τα αεροπλάνα, τα πολεμικά πλοία και τα υποβρύχια» ήταν τρομακτικά, αλλά υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσώπευαν τα τεχνικά προϊόντα ως σύνολο (Weihe, 1918, 330). Αντίθετα, όπως πρέσβευε, η ιστορία έδειχνε ότι η τεχνολογία ενσωματώνει τις πολιτισμικές αξίες και συμβάλλει στην πνευματική απελευθέρωση, μιας και απελευθέρωσε τους ανθρώπους από μέρος του μόχθου της σκληρής εργασίας (ό. π., 331).

Ο Weihe υποστήριζε τον αγώνα των μηχανικών, κάνοντας τη σύγχρονη τεχνολογία πιο γερμανική και πιο ηθικά αποδεχτή και υιοθέτησε το συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων, αναλύοντας την τεχνολογία με τους όρους της Kultur και του Geist.

Παρόλο που πολλοί μηχανικοί άρχισαν να προσαρμόζονται στο συλλογιστικό πλαίσιο των μανδαρίνων μετά το 1905, οι λόγοι τους όσον αφορά την εμπλοκή τους στον δημόσιο διάλογο ήταν οι ίδιοι με εκείνους στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα εξακολουθούσαν να καθοδηγούν τον αγώνα τους. Ο Dessauer δήλωσε κατηγορηματικά ότι, στις δραστηριότητές του ως συγγραφέα και ομιλητή, είχε πάντοτε προσπαθήσει να ενισχύσει το κοινωνικό στάτους του επαγγέλματος των μηχανικών8 (Dessauer, 1958, 22).

Ο Bourdieu επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ουδέτερα μέσα επικοινωνίας (Bourdieu, 1991, κεφάλαιο 7). Παρόλο που εκείνοι που ελέγχουν την υλική παραγωγή σε μια κοινωνία έχουν οικονομική δύναμη, εκείνοι που ελέγχουν τη διαμόρφωση των ιδεολογιών και άλλες κοσμοθεωρίες έχουν συμβολική δύναμη. Η συμβολική δύναμη θα παραμένει σε ισχύ όσο οι κατώτερες ομάδες θα πιστεύουν στις ιδεολογίες που παράγονται από τις κυρίαρχες τάξεις. Κι εδώ έγκειται το πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι μανδαρίνοι στην αλλαγή του αιώνα. Το ιδεολογικό τους μονοπώλιο τέθηκε υπό αμφισβήτηση και μόνο ορισμένοι μοντερνιστές μεταρρυθμιστές κατάλαβαν ότι θα μπορούσε να είναι αυτοκαταστροφικό να μένει κάποιος προσκολλημένος σε όλα τα κλασικά ιδανικά. Αντί να απορρίψουν εξολοκλήρου τη νεωτερικότητα, ο Mayer και ο Schweitzer επέλεξαν να κάνουν κάποιες πτυχές της να ταιριάξουν με την εκ νέου ορισθείσα εκδοχή της Kultur. Ένα μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν να τιθασεύσουν τη σύγχρονη τεχνολογία, αναδεικνύοντας εκείνα τα συστατικά που ήταν ιδιαιτέρως γερμανικά ή απελευθερωτικά. Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής ήταν η διαμόρφωση ενός διαλόγου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα ως Technikphilosophie.


ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Η «ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ», ΤΟ «ΝΕΟ ΚΡΑΤΟΣ» ΚΑΙ Η «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΤΟΥ ΡΑΤΕΝΑΟΥ

Ο Βάλτερ Ράτεναου συμβόλιζε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τον αγώνα των Γερμανών για την ανάκαμψη και την ανόρθωση μετά τον πόλεμο. Αγωνιζόταν να επιβιώσει υπό συνθήκες ελλείψεων και κακουχιών, ως διευθυντής της μεγάλης ηλεκτροτεχνικής εταιρείας AEG, ως ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση της εθνικής παροχής φυσικών πόρων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ως Υπουργός Εθνικής Ανασυγκρότησης σε μια κυβέρνηση μετά τον πόλεμο. Οι δραστηριότητές του ως διαχειριστή, επιχειρηματία και πολιτικού είναι αρκετά γνωστές και δεν θα εστιάσουμε εδώ σε αυτές. Αντίθετα, η προσοχή θα στραφεί στα οράματα μιας μελλοντικής κοινωνίας, τα οποία σκιαγράφησε μετά το 1915, οράματα τα οποία απορρίφθηκαν μάλλον με κατηγορηματικό τρόπο από τον Barnouw ως «ελαττωματικά» και «ουτοπικά με την παλιά, στατική έννοια του όρου» (Barnouw, 1988, 48, 66).

Ο Ράτεναου προσπάθησε να κατανοήσει το χάος της περιόδου του πολέμου και την ύφεση μετά τον πόλεμο, μέσω του ορθολογικού σχεδιασμού με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων. Από τη θέση του στην κορυφή της γερμανικής κοινωνίας, οραματίστηκε ένα ισχυρό κράτος και ένα έθνος όπου η εξουσία των ομάδων ειδικών συμφερόντων είχε εξαφανιστεί. Παρόλο που εναπόθετε τις ελπίδες του στους νέους (Rathenau, 1918a), η καρδιά του –όπως και πολλών άλλων της «γενιάς του Γουλιέλμου» [Σ.τ.Μ.: Η περίοδος του Γουλιέλμου περιλαμβάνει την περίοδο της γερμανικής ιστορίας από το 1890 έως το 1918, δηλαδή την ηγεμονία του τελευταίου Γερμανού αυτοκράτορα, Γουλιέλμου Β´ (1888–1918), από την παραίτηση του Καγκελάριου Όττο φον Βίσμαρκ μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την πτώση του Γουλιέλμου Β´ και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.]– χτυπούσε ακόμα για τα ιδανικά του Βίσμαρκ και του Kaiserreich (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αυτοκρατορία.) (Peukert, 1987, 26).

Ο Ράτεναου διαμόρφωσε το όραμά του στα πολυάριθμα βιβλία, φυλλάδια και άρθρα που έγραψε μεταξύ 1915 και 1922. Τίτλοι όπως «Η Νέα Κοινωνία», «Το Νέο Κράτος» και «Η Νέα Οικονομία» αποκαλύπτουν ότι στόχος του ήταν μια νέα αρχή (Rathenau, 1918b, 1919c, 1922). Είχε ήδη χτίσει το όνομά του ως δοκιμιογράφος την πρώτη δεκαετία του αιώνα, αλλά είναι σαφές ότι ο πόλεμος τον επηρέασε βαθιά. Λίγο πριν το 1914, είχε γράψει δύο φιλοσοφικές κριτικές για το σύγχρονο Zeitgeist (Σ.τ.Μ.: Όρος που έχει καθιερωθεί από τα Γερμανικά και σημαίνει «πνεύμα των καιρών».), αλλά τα γραπτά του, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, υπογράμμισαν οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι αλήθεια ότι άρχιζε το βιβλίο του που εκδόθηκε το 1917 με τίτλο In Days to Come (Στο Μέλλον), ισχυριζόμενος ότι τα υλικά φαινόμενα δεν έχουν καμία εγγενή αξία και ότι μόνος σκοπός τους είναι «να προάγουν την ανάπτυξη της ψυχής και των ορίων αυτής», αλλά στις επόμενες αναλύσεις του μιλούσε πάρα πολύ λίγο για την ψυχή και το πνεύμα. (Βλέπε, π.χ., Rathenau, 1917a, 5). Αντί να κάνει μια ιδεαλιστική «κριτική της εποχής μας» ή μια μπεργκσονιανή ανάλυση «της μηχανικής του πνεύματος», όπως είχε κάνει πριν από τον πόλεμο (Rathenau, 1912, 1913), συζητούσε τώρα για το πώς θα έπρεπε να οργανωθεί η Γερμανία για να ανταποκριθεί στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που ακολούθησαν τον απόηχο του πολέμου. Ήθελε να βγάλει τη Γερμανία από μια καταστροφική κατάσταση, στην οποία η εθνική οικονομία της ήταν κατεστραμμένη, το σύνταγμά της αμφισβητείτο και ο πληθυσμός της είχε μειωθεί σημαντικά (Rathenau, 1918d) (Rathenau, 1918e, 57). Και σε μια τέτοια κατάσταση, ο Ράτεναου θεώρησε ότι ένας πραγματιστικά οικονομικός διάλογος ήταν πιο ενδεδειγμένος.

Ο Ράτεναου ήταν μια εξέχουσα μορφή στη γερμανική υψηλή κοινωνία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες του συμφωνούσαν πάντα με εκείνες της πολιτικής, στρατιωτικής και επιχειρηματικής ελίτ. Ο Barnouw και ο Hellige υποστηρίζουν ότι ο Ράτεναου ήταν ένας αουτσάιντερ που ασπαζόταν ορισμένες από τις απόψεις των συναδέλφων του και απέρριπτε άλλες (Barnouw, 1988) (Hellige, 1990). Ήταν ένας πολίτης, αλλά έγινε υπεύθυνος για την αξιοποίηση των εθνικών πόρων για την πολεμική προσπάθεια· ήταν καπιταλιστής (για παράδειγμα, μέλος πολλών διοικητικών συμβουλίων), αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ της περισσότερης κρατικής εξουσίας· ήταν Εβραίος, αλλά και ένθερμος Γερμανός εθνικιστής· ήταν μηχανικός, αλλά προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εκμηχανισμού.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το υπόβαθρο, δεν αποτελεί έκπληξη το να βλέπουμε ότι ένας από τους κύριους στόχους του Ράτεναου, στα γραπτά του μετά τον πόλεμο, ήταν η φιλελεύθερη οικονομία που ήταν οργανωμένη με βάση τις αρχές του laissez faire. Η «ανεξέλεγκτη διαμάχη» μεταξύ των γερμανικών εταιρειών οδήγησε μόνο στο χάος και στην κακοδιαχείριση των πόρων (Rathenau, 1918e, 67). Ήταν φρικτό «εκατοντάδες χιλιάδες άντρες να ταξιδεύουν στους σιδηροδρόμους με μοναδικό τους μέλημα να εξυπηρετούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων εμπορικών εταιρειών» (ό. π., 75). Ο ανταγωνισμός ήταν γενικά καταστροφικός όσον αφορά τον πλούτο του έθνους. Ήταν ηθικά ανεύθυνο κάθε άτομο να πασχίζει για το δικό του όφελος, ενώ η Γερμανία αιμορραγούσε και αργοπέθαινε. Συνεπώς, η κριτική του Ράτεναου για ένα άκρως φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα είχε μια καθαρά εθνικιστική προκατάληψη. Αντιπαθούσε τον ανταγωνισμό εντός της Γερμανίας, αλλά αποδεχόταν τον οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών.

Ο Ράτεναου ήταν υπέρ των περισσότερων ειδών εγχώριων μονοπωλίων και είχε ταχθεί υπέρ της οργάνωσης της γερμανικής οικονομίας με τη μορφή φορέων που θύμιζαν καρτέλ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το έβρισκε απολύτως σωστό «ο ιδιοκτήτης ενός σιδηροδρόμου, ενός συστήματος ύδρευσης, ενός λιμανιού να λαμβάνει δικαιώματα μονοπωλίου απευθείας από το κράτος ή τις δημοτικές αρχές» (Rathenau, 1917a, 107). Ορισμένοι μπορεί να πιστεύουν ότι τέτοιου είδους μονοπώλια –μαζί με τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και τα καρτέλ– ήταν άδικα και αναποτελεσματικά, αλλά ο Ράτεναου ήταν της άποψης ότι όντως ίσχυε το αντίθετο. Στην καλύτερη περίπτωση, ο ανταγωνισμός ήταν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Το «μονοπώλιο της τεχνολογικής προόδου» ήταν εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία του κοινού πλούτου (ό. π., 108). Στις εταιρείες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μπορεί να μην αρέσει το να μην μπορούν να μοιράζονται τους καρπούς των νέων εφευρέσεων, αλλά τα δικαιώματα επί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έδιναν στους κατόχους τους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις καινοτομίες με έναν τρόπο που ήταν οικονομικά ορθολογικός σε σχέση με την κοινωνία ως σύνολο.

Βαρελάς Τάκης / Όπου φως και η ζωή / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

Ο Ράτεναου αντιλαμβανόταν ότι μια προϋπόθεση για το οικονομικό του σύστημα ήταν είτε αυτό να διαπνέεται από «μια ηθική αίσθηση ευθύνης» είτε να ελέγχεται με λεπτομέρεια (Rathenau, 1918e, 67). Διαφορετικά, τα μονοπώλια μπορεί να χρησιμοποιούνταν λανθασμένα και οι άνθρωποι να εργάζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Κάθε άτομο και εταιρεία έπρεπε να νιώθει την υποχρέωση να εργάζεται για το κοινό καλό του έθνους. Πράγματι, μόνο στους αρρώστους και στους ηλικιωμένους θα έπρεπε να επιτρέπεται να παραμένουν άεργοι (Rathenau, 1917a, 131). Η νωθρότητα, η κερδοσκοπία και ο κοντόφθαλμος εγωισμός θα έπρεπε να καταπολεμηθούν.

Παρά τους περιορισμούς αυτούς, ο Ράτεναου ποτέ δεν αμφισβήτησε «τον νόμο του κεφαλαίου» (Rathenau, 1917a, 70). Μερικές φορές, αποκαλούσε τον εαυτό του σοσιαλιστή, αλλά δεν έβλεπε τον σοβιετικό κομμουνισμό ως εναλλακτική στον φιλελευθερισμό. Δεν ήθελε να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, αλλά επιθυμούσε να εμποδίσει τις ιδιωτικές εταιρείες από το να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντα της χώρας ως σύνολο. Δεν ήθελε να απαλλαχθεί από το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά αντιπαθούσε τον κληρονομούμενο πλούτο και τα προνόμια (Rathenau, 1918c, 38). Δεν ήθελε να καταπνίξει το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά επιχειρηματολογούσε υπέρ των σημαντικά αυξημένων τελωνειακών δασμών. Το όραμά του περιλάμβανε ένα σύστημα με ιδιωτική, αλλά «όχι απεριόριστη» επιχειρηματική δραστηριότητα (Rathenau, 1918e, 67).

Ο Ράτεναου γνώριζε καλά ότι τα υλικά, η ενέργεια και η εργασία ήταν περιορισμένα και θεωρούσε τη χρήση αυτών των πόρων κοινό, κοινωνικό μέλημα (Rathenau, 1917a, 247). Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο μερίδιο φυσικών πόρων και στους καρπούς της βιομηχανίας. Για λόγους τόσο οικονομίας όσο και ισότητας, ήθελε, επομένως, να μειώσει την κατανάλωση των μη απαραίτητων ειδών. Στιγμάτιζε τη ματαιοδοξία των ανώτερων τάξεων και ισχυριζόταν ότι η απληστία τους συνέβαλε στην ολοένα και αυξανόμενη ανέχεια των χαμηλότερων τάξεων: «… όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς που απαιτούνται για την παραγωγή ενός ακριβού κεντήματος ή μιας εντυπωσιακής ταπισερί, έχουν αφαιρεθεί για πάντα από τον ρουχισμό των φτωχών» (Rathenau, 1917a, 78). Ενώ ορισμένοι άνθρωποι κολυμπούσαν στην πολυτέλεια, άλλοι δεν είχαν αρκετά για να φάνε. Αυτό ήταν ιδιαίτερα καταστροφικό στην περίπτωση των εισαγόμενων αγαθών, από τη στιγμή που οι φτωχοί όχι μόνο στερούνταν πόρων, αλλά οι πόροι αυτοί εξάγονταν και από τη χώρα. Η εισαγωγή ειδών πολυτελείας είχε κάνει τη Γερμανία φτωχή και θα έπρεπε να αποφεύγεται (Rathenau, 1918d, 26) (Rathenau, 1918e, 55).

Δυστυχώς, η απόλαυση της πολυτέλειας δεν περιοριζόταν στα πιο εύπορα τμήματα της κοινωνίας. Ο Ράτεναου υποστήριζε ότι διαδιδόταν ο άψυχος ηδονισμός. Πολλοί άνθρωποι ντρέπονταν για το ότι ενέδιδαν στην «επιδεικτική κατανάλωση» (όρος του Thorstein Veblen), αλλά, ωστόσο, προσπαθούσαν να «καλύψουν αυτή την ντροπή, προσθέτοντας λίγο συναίσθημα στην άθλια τεχνολογία της σημερινής ζωής και των προϊόντων της» (Rathenau, 1917a, 8). Ο κόσμος απαιτούσε προϊόντα με μια «έγχρωμη επιφάνεια», ώστε να μην κριτικάρεται για το ότι ήταν υπερβολικά ματεριαλιστής (ό. π., 9). Με άλλα λόγια, ο περιττός σχεδιασμός είχε γίνει ένα μέσο αντιστάθμισης όσον αφορά την απεριόριστη κατανάλωση. Η μείωση των απαιτήσεων για νέα αγαθά φαινόταν να αποκλείεται εξολοκλήρου.

Ο βασικός φορέας του σχεδόν επαναστατικού οράματος του Ράτεναου έπρεπε να είναι το γερμανικό κράτος. Όταν περιέγραψε αυτό το κράτος, ήταν ασυνήθιστα ποιητικός:

… βλέπουμε ακτίνες φωτός να αγγίζουν την εικόνα – ακτίνες από τον ήλιο του κράτους. Δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για την κοινωνικοποίηση της οικονομίας ούτε έχουμε και κάποια μανία όσον αφορά την παρέμβαση του κράτους, εκεί όπου αυτή δεν χρειάζεται. Αλλά νιώθουμε ολοένα και περισσότερο ότι δεν είμαστε μόνο οικονομικά υπεύθυνοι για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους και ότι εμείς και το κράτος έχουμε από κοινού ευθύνη. Ένα πιο βαθύ συναίσθημα κοινότητας ανάμεσα στο κράτος και τη βιομηχανία δεν είναι τρομακτικό, δεδομένου ότι το κράτος είναι σε θέση να απελευθερωθεί από τις μονόπλευρες και γραφειοκρατικές μεθόδους… και να μετατραπεί στο υψηλότερο και πιο αυθεντικό όργανο της κοινής θέλησης και του κοινού πνεύματος (Rathenau, 1918d, 28).

Μόνο το κράτος, σύμφωνα με την άποψη του Ράτεναου, μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι κοινές ανάγκες θα ταίριαζαν με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος θα ρύθμιζε τις οικονομικές υποθέσεις, επιτρέποντας παράλληλα την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της θρησκείας. Το νέο κράτος θα εξασφάλιζε ότι η παραγωγή και η διανομή θα εκτελούνταν αποτελεσματικά και η υπερβολική κατανάλωση θα αποφεύγονταν. Για παράδειγμα, θα εφάρμοζε υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές, θα αύξανε τους φόρους στα είδη πολυτελείας και θα παρείχε σε κάθε πολίτη ένα ελάχιστο μερίδιο από τον κοινό πλούτο (Rathenau, 1917a, 103). Οι φόροι επί των πωλήσεων θα έπρεπε να αυξηθούν και οι φόροι επί του εισοδήματος να μειωθούν. Το «νέο κράτος» του Ράτεναου περιλάμβανε τόσο πατερναλιστικά όσο και «νεο-μερκαντιλιστικά» (ό. π., 251) στοιχεία.

Ο Ράτεναου θεωρούσε μεγάλο εχθρό του κράτους του τον μαζικό αριθμό ομάδων ειδικών συμφερόντων που αγωνίζονταν μόνο για το δικό τους όφελος. Όπως υπαινισσόταν, ο παρτικουλαρισμός (Σ.τ.Μ.: Αρχή με βάση την οποία ένα κράτος σε ένα έθνος ή μια ομοσπονδία ενεργεί ανεξάρτητα από την κεντρική εξουσία, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την προώθηση των δικών του οικονομικών συμφερόντων.) ήταν δυσλειτουργικός όσον αφορά την οργανική ενότητα οποιουδήποτε λαού και σε σχέση με τον συλλογικό πλούτο οποιουδήποτε έθνους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπονοηθεί ότι ο Ράτεναου αντιτίθετο σε όλα τα είδη της ομαδικής επιρροής. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τη Sachlichkeit (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αντικειμενικότητα.) και ήθελε κάθε επαγγελματική ομάδα να είναι σε θέση να επηρεάζει την οργάνωση του τομέα εξειδίκευσής της (Rathenau, 1922, 29). Για παράδειγμα, το θεωρούσε άκρως φυσικό οι καθηγητές και οι άλλοι δάσκαλοι να έχουν λόγο στα εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά υποστήριζε ότι έπρεπε να το κάνουν αυτό ως ειδικοί και όχι ως ομάδες ειδικών συμφερόντων (ό. π., 39). Από τη στιγμή που ο Ράτεναου θεωρούσε τη Sachlichkeit αναπόσπαστο κομμάτι του «πραγματικού γερμανικού πνεύματος», ήταν πεπεισμένος ότι θα ήταν δυνατό να διαχωρίσει κανείς τις γνώσεις των ειδικών από τα υποκειμενικά συμφέροντα στη Γερμανία (ό. π., 9). Το κράτος του δεν θα ήταν μόνο πατερναλιστικά οργανικό· θα ήταν και τεχνοκρατικά εταιρικό: «Θα οικοδομήσουμε ένα κράτος το οποίο θα είναι πιο αμερόληπτο, πιο οργανικό, πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο και πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο κράτος… Αυτό είναι το Νέο Κράτος» (ό. π., 71).

Το κράτος του Ράτεναου θα στηριζόταν στους ώμους του γερμανικού λαού. Το πρόβλημα, κατά την άποψή του, ήταν ότι ο λαός ήταν κοινωνικά διασπασμένος και είχε «μηχανοποιηθεί όσον αφορά το πνεύμα και τον τρόπο ζωής» (Rathenau, 1918e, 72) (Rathenau, 1922, 16). Κατά συνέπεια, ήταν απαραίτητο ο λαός να ενωθεί. Παρόλο που ήταν Εβραίος, ο Ράτεναου δεν έπαψε ποτέ να δίνει έμφαση στην ενότητα του γερμανικού λαού – Τεύτονες ή Εβραίοι. Όπως και αρκετοί συντηρητικοί Σουηδοί κριτικοί αυτή την περίοδο (βλέπε Elzinga et al, κεφάλαιο 6 στον παρόντα τόμο), ο Ράτεναου μιλούσε για «τη σπουδαία εποχή» στην ιστορία της χώρας του και ήθελε να την αποκαταστήσει (Rathenau, 1922, 10).

Ο Ράτεναου γνώριζε πολύ καλά ότι η υλική βάση της νέας κοινωνίας μπορούσε να στηρίζεται μόνο στη βιομηχανία και τη γεωργία. Από τη στιγμή που η βιομηχανική παραγωγή ήταν γενικά οργανωμένη με αναποτελεσματικό τρόπο, υπήρχε ανάγκη για μια «επιστήμη της βιομηχανίας» (Rathenau, 1918e, 76). Μιας και οι περισσότερες εταιρείες ήταν σε θέση να πουλούν ό,τι παρήγαγαν με μεγάλο κέρδος, οι βιομήχανοι είχαν πολύ λίγα κίνητρα για να εξοικονομούν πόρους. Η «επιστημονική τεχνολογία», την οποία εκπροσωπούσαν καλά εκπαιδευμένοι μηχανικοί, είχε διεισδύσει μόνο σε λίγους κλάδους της βιομηχανίας – τη βιομηχανία της ενέργειας, στην οποία και ο ίδιος ο Ράτεναου ήταν πιο ενεργός, μιας και ανήκε σε αυτή (ό. π., 78). Η παθητική στάση των περισσότερων εταιρειών θα μπορούσε να είναι κατανοητή, αν η οικονομία ανθούσε, αλλά δεν μπορούσε να είναι αποδεκτή όταν «όλες οι απώλειες και η σπατάλη [ήταν] κοινό μέλημα» (ό. π.). Η ανεπάρκεια πόρων που είχε γίνει εμφανής κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε καταστήσει ανήθικο τον μη εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

Υπάρχουν πολυάριθμες ερμηνείες των γραπτών και των πράξεων του Ράτεναου. Η Mader τον έχει αποκαλέσει «αξιωματούχο του οικονομικού κεφαλαίου» (Mader, 1974). Ο Hughes έχει υποστηρίξει ότι ο Ράτεναου ήταν ένας «οικοδόμος συστημάτων», ο οποίος όχι μόνο οικοδόμησε τεχνικά συστήματα, αλλά προσπάθησε, επίσης, να οργανώσει εταιρείες και ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας με έναν συστημικό τρόπο (Hughes, 1990). Παραδειγματική στην ερμηνεία του Hughes είναι η προσπάθεια του Ράτεναου να συντονίσει τη γερμανική ηλεκτροτεχνική βιομηχανία μέσω της παρέμβασης του κράτους· ο Ράτεναου επιχείρησε να δημιουργήσει ένα εθνικό μονοπώλιο σε αυτόν τον τομέα για χάρη της βέλτιστης απόδοσης. Η εξήγηση του Hughes όσον αφορά την πολιτική συγκεντρωτισμού του Ράτεναου αποτέλεσε στη συνέχεια αντικείμενο κριτικής από τον Hellige, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι προσπάθειες του Ράτεναου να ελέγξει τη βιομηχανία είχαν να κάνουν με την αρνητική εμπειρία που είχε στη νεανική του ηλικία από τον απεριόριστο ανταγωνισμό στη βιομηχανία των χημικών (Hellige, 1990). Ο Ράτεναου ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση του Hellige, ένας «οργανωτής του καπιταλισμού» και όχι ένας «οικοδόμος συστημάτων»· ήταν πιο κοντά στον Αμερικανό μηχανικό και σοσιαλιστή Charles Steinmetz και τον «εταιρικό κολεκτιβισμό» του αντί στον, επίσης, Αμερικανό Τόμας Έντισον και τη στρατηγική του με βάση την οποία χτιζόταν ένα σύστημα.

Το έργο του Ράτεναου θα μπορούσε, επίσης, να ερμηνευθεί ως ένα έργο που ταίριαζε σε αυτό που ο Galbreith έχει αποκαλέσει «οργανωμένο καπιταλισμό» (Galbreith, 1967) ή ως ένα έργο που επιχείρησε να εισαγάγει ένα «ορατό χέρι» στην αγορά (Chandler, 1977). Ωστόσο, πιστεύω ότι όλες αυτές οι ερμηνείες είναι, κατά κάποιον τρόπο, μονομερείς, γιατί θεωρούν την επιχειρηματική εμπειρία του Ράτεναου το σημείο εκκίνησης. Η οπτική του Ράτεναου δεν περιλάμβανε μόνο μια επιχειρηματική πολιτική· το όραμά του περιλάμβανε όχι μόνο τον κόσμο της παραγωγής, αλλά και την κοινωνία ως σύνολο. Σίγουρα δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι τα γραπτά του και η πολιτική σχεδιασμού του την περίοδο του πολέμου ενέπνευσαν τον Λένιν και άλλους Μπολσεβίκους στα σχέδιά τους για τη Σοβιετική Ένωση (Maier, 1987, 43). Θα πρέπει να κοιτάξουμε καλύτερα τις πολιτικές διαστάσεις του οράματός του. Θα έλεγα ότι η ανάλυση του 1994 του Wagner όσον αφορά το τέλος της «φιλελεύθερης ουτοπίας» στην αλλαγή του αιώνα είναι μια πιο κατάλληλη βάση για μια ερμηνεία του έργου του Ράτεναου. Ο Wagner υποστηρίζει ότι η κλασική νεωτερικότητα γενικά και ο κλασικός φιλελευθερισμός ειδικότερα αντικαταστάθηκαν από την «οργανωμένη νεωτερικότητα» και διάφορα κρατιστικά έργα την περίοδο του μεσοπολέμου (Wagner, ό. π., κεφάλαια 5 και 6). Τα οράματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν αποτύχει. Η ελεύθερη πρωτοβουλία, η αληθινή δημοκρατία και η αμερόληπτη επιστήμη είχαν αποδειχθεί μη πρακτικές. Αντίθετα, διάφοροι παράγοντες προσπάθησαν να χαλιναγωγήσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, την πολιτική και την επιστήμη. Η φιλελεύθερη ιδέα των ελεύθερων ανθρώπινων όντων αντικαταστάθηκε από συλλογικές έννοιες, όπως η τάξη και ο Volk (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Λαός.) (Stråth, 1990). Ασφαλώς, ο σοβιετικός κομμουνισμός και ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός κατέληξαν να ενσαρκώσουν αυτές τις τάσεις, αλλά αναπτύχθηκαν, επίσης, και λιγότερο ακραίες προσπάθειες ελέγχου της νεωτερικότητας. Στη Σουηδία, το όραμα του folkhem (Σ.τ.Μ.: Σουηδικά στο κείμενο. Κράτος πρόνοιας.) διαμορφώθηκε τόσο από διανοούμενους της Δεξιάς όσο και από εξέχοντες σοσιαλδημοκράτες (βλέπε κεφάλαιο 6 παρακάτω). Οι Αμερικανοί υιοθέτησαν τη λεγόμενη Νέα Συμφωνία (New Deal). Ο Wagner γράφει ότι «όλες αυτές οι προτάσεις ήταν αντιδράσεις στην αισθητή αστάθεια των μεταφιλελεύθερων καθεστώτων» και ότι «όλες τους στηρίζονταν στον ορισμό μιας, κατά κύριο λόγο, εθνικής κολεκτίβας και στην κινητοποίηση των μελών μιας τέτοιας κολεκτίβας υπό την ηγεσία του κράτους» (Wagner, 1994, 67).

Καταλήγοντας, συμπεραίνω ότι οι ιδέες και οι δραστηριότητες του Ράτεναου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από αυτόν συνιστούσαν μια συντονισμένη προσπάθεια για τη ρύθμιση του μοντέρνου έργου χωρίς να το απορρίπτουν. Ο Ράτεναου αγωνιζόταν να φέρει τις βιομηχανίες και τα άτομα σε έναν κοινό δρόμο, όπου οι προσπάθειές τους θα μπορούσαν να οργανωθούν συλλογικά και να κατευθυνθούν προς κοινούς στόχους. Ήλπιζε να χρησιμοποιήσει την πειθαρχία αντί την ελευθερία και την κοινότητα αντί το εγώ. Η πολιτική του στόχευε στην αφομοίωση της σύγχρονης τεχνολογίας σε οικείες δομές αντί στην προσαρμογή αυτών των δομών στις απαιτήσεις της τεχνολογίας.

Ο πόλεμος, στο μυαλό του Ράτεναου, άνοιγε μια πόρτα σε έναν κόσμο χωρίς εγωισμό. Παρά τις ωμότητές του, είχε ορισμένες θετικές συνέπειες: «… η φωτιά του κόσμου είχε βγάλει καρπούς, οι οποίοι –ενόψει του ψυχρού εγωισμού και της αδιαφορίας– διαφορετικά θα είχαν χρειαστεί αιώνες για να ωριμάσουν» (Rathenau, 1918e, 71). Ήδη το 1915, όπως παρατήρησε ο Ράτεναου, η αντίσταση των φιλελεύθερων ενάντια στην κρατική παρέμβαση είχε αρχίσει να εξασθενεί εξαιτίας του πολέμου (Rathenau, 1917a, 77). Ο Ράτεναου ήλπιζε ότι ο πόλεμος θα έπειθε τελικά κάθε μεμονωμένο άτομο και κάθε εταιρεία για την αναγκαιότητα του κρατικού συντονισμού, της εθνικής συνεργασίας και της σκληρής δουλειάς προς την επίτευξη κοινών στόχων. Μόνο οι χώρες που θα είχαν «σχεδιασμένη τάξη, συνειδητή οργάνωση, επιστημονική αρτιότητα και ένα πιστό αίσθημα ευθύνης» (Rathenau, 1918e, 67) θα επιβίωναν μακροπρόθεσμα. Οι υπόλοιπες, «τα σκουπίδια» θα εξαφανίζονταν (ό. π., 72).

Συνεπώς, ο Ράτεναου απέδωσε στον Παγκόσμιο Πόλεμο τον ρόλο μιας Μεγάλης Διαχωριστικής Γραμμής στην ιστορία και τον θεώρησε, στην ουσία, ένα γεγονός με θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα από τον Schulin, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο Ράτεναου «δεν ήταν σίγουρος» αν ο πόλεμος θα συνέβαλε στις «επαναστατικές αλλαγές του σύγχρονου κόσμου», τις οποίες ανέμενε (Schulin, 1990, 55). Ο Ράτεναου ήταν πολύ σίγουρος ότι ο πόλεμος θα είχε δραστικές συνέπειες. Ο πόλεμος είχε οδηγήσει στην εφαρμογή νέων μεθόδων παραγωγής και στην κατασκευή νέων εργοστασίων όσον αφορά τις βιομηχανίες των χημικών, των μεταλλουργικών υλικών και της κατασκευής πλοίων (Rathenau, 1918e, 50). Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι οδήγησε στην εμφάνιση μιας νέας κοινωνίας. Μια νέα παγκόσμια οικονομία, μια νέα βιομηχανία και μια νέα Γερμανία θα γεννιούνταν από τις στάχτες. «Η ιδιοκτησία, η κατανάλωση και οι απαιτήσεις» ήταν «κάθε άλλο παρά ιδιωτικά ζητήματα» σε αυτόν τον κόσμο (Rathenau, 1917a, 75). Εξαιτίας της έλλειψης φυσικών πόρων, ο γερμανικός λαός θα έπρεπε να μάθει να κάνει οικονομία. Αυτό δεν σήμαινε ότι η Γερμανία θα έπρεπε να γυρίσει την πλάτη στη σύγχρονη βιομηχανία, αλλά αντίθετα ότι η βιομηχανική παραγωγή θα έπρεπε να γίνει πιο αποδοτική. Χρειάζονταν καλύτερος σχεδιασμός και βελτιωμένη οργάνωση. Στο επίκεντρο του οράματος του Ράτεναου βρίσκονταν η συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερες αλλά μεγαλύτερες μονάδες, η τυποποίηση των προϊόντων με στόχο τον περιορισμό των περιττών μεγάλων ποικιλιών, ο εκμηχανισμός της παραγωγής και η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης (Rathenau, 1918d, 27-28). Εδώ, δεν είχε μόνο το κράτος σημαντική αποστολή. Οι εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο έπρεπε να συνεργαστούν αντί να εμπλακούν σε ανούσιο ανταγωνισμό. Έπρεπε να διεξαγάγουν προγράμματα δομικής αναδιάρθρωσης, προκειμένου η παραγωγή να γίνει ιδανικά αποδοτική. Μέσα από αυτά τα προγράμματα, θα έπρεπε να λάβει χώρα μια «επιστημονικά οργανωμένη διάκριση της εργασίας ανά κατηγορία» ανάμεσα στις εταιρείες (Rathenau, 1918e, 80). Κατά πάσα πιθανότητα, έχοντας στο νου του το καρτέλ της IG-Farben (Σ.τ.Μ.: Γερμανική Κοινοπραξία Βιομηχανιών Χρωστικών Υλών που συστάθηκε το 1925 και διαλύθηκε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως λόγω της συνεργασίας της με τους Ναζί. Η IGFarben παρήγαγε το εντομοκτόνο Zyklon B, αέριο με βάση το υδροκυάνιο, που χρησιμοποιήθηκε στους θαλάμους αερίων στα στρατόπεδα εξόντωσης του ναζιστικού καθεστώτος.), ο Ράτεναου εγκωμίαζε τη βιομηχανία των χημικών για το ότι είχε πετύχει τα περισσότερα από αυτή την άποψη (Rathenau, ό. π., 111 κ. εξ.).

Ο πόλεμος έδωσε στον Ράτεναου καλούς λόγους για να ταχθεί υπέρ διάφορων μέτρων αναδιάρθρωσης. Παρόλο που ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε τον όρο «αναδιάρθρωση», όταν συζητούσε τρόπους για να κάνει την οικονομία πιο αποδοτική, πολλές από τις ιδέες του εναρμονίζονταν με εκείνες του αναδυόμενου «κινήματος αναδιάρθρωσης» (De Geer, 1978). Στον πυρήνα αυτού του κινήματος βρισκόταν το «επιστημονικό μάνατζμεντ» του Frederick Taylor, η γραμμή παραγωγής του Henry Ford και διάφορες μορφές εταιρικής αναδιάρθρωσης (π.χ., η δημιουργία καρτέλ). Όλα αυτά τα μέτρα ήταν επωφελή για τη βιομηχανία εν γένει και για τις μεγάλες εταιρείες ειδικότερα – πόσο μάλλον για την AEG του Ράτεναου. Η ερμηνεία μου είναι ότι ο πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στον Ράτεναου να παρουσιάσει αυτά τα ειδικά συμφέροντα με τη μορφή κοινών, γενικών συμφερόντων. Μια τέτοια στρατηγική ήταν άκρως πειστική στο γερμανικό συλλογιστικό πλαίσιο, όταν υποβαθμίστηκαν οι αμερικανικές ρίζες του. Το μεγαλύτερο μέρος της ανώτερης και της μεσαίας τάξης στη Γερμανία –όχι μόνο οι μανδαρίνοι– θεωρούσε ότι το κράτος ήταν αντικειμενικό και δίκαιο. Αν κάποιος είχε την ικανότητα να εξασφαλίσει ότι η σύγχρονη βιομηχανία θα οργανωνόταν και θα τιθασευόταν με έναν αποδεκτό τρόπο, αυτός θα ήταν το κράτος (Wagner, 1994, κεφάλαιο 4).

Από τη στιγμή που η νέα οικονομία θα οργανωνόταν σε εθνικό επίπεδο, θα ήταν για μία ακόμη φορά δυνατό τα εθνικά χαρακτηριστικά να επηρεάσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις. Ο Ράτεναου θλιβόταν για το γεγονός ότι η μαζική παραγωγή είχε οδηγήσει σε μια ολοένα και αυξανόμενη ομοιόμορφη τεχνολογία: «Τα αγαθά πλημμύριζαν τη Γη. Οι παλιές, όμορφες διαφορές που συναντούσε συνήθως όποιος επισκεπτόταν μακρινές πόλεις και χώρες έχουν χαθεί στην εποχή μας. Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί πλέον να βιώσει και να εκτιμήσει τους καρπούς νέων εδαφών, της τέχνης και της εργασίας» (Rathenau, 1918d, 20).

Βαρελάς Τάκης / Γεννήτορ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

Ο Ράτεναου κατέληξε ότι, αν η παραγωγή επρόκειτο να γίνει λιγότερο διεθνής, μπορεί να επανεμφανίζονταν τοπικές τάσεις και θα ήταν ευκολότερο να αντισταθεί κανείς στην αμερικανική επιρροή πάνω στην τεχνολογία. Η γερμανική τεχνολογία θα αντικατόπτριζε σε μεγαλύτερο βαθμό τη γερμανική νοοτροπία και, συνεπώς, θα ήταν πιο οικεία στον γερμανικό λαό.

Επομένως, ο Ράτεναου προσπάθησε να αντιμετωπίσει την έλλειψη πόρων και τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό με ένα ισχυρό κράτος και να κάνει τη σύγχρονη τεχνολογία παραγωγής και την καπιταλιστική εκμετάλλευση αποδεκτές μέσω της χρήσης εθνικιστικής επιχειρηματολογίας. Ο Βίσμαρκ είχε δει το ισχυρό κράτος ως εργαλείο για την ενοποίηση του γερμανικού λαού 50 χρόνια νωρίτερα και ο Χίντενμπουργκ είχε χρησιμοποιήσει τον μηχανικό εξοπλισμό του κράτους για να προμηθεύσει τις ένοπλες δυνάμεις με υλικούς πόρους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Ράτεναου, ωστόσο, θεωρούσε το κράτος ένα μέσο για να γίνει η σύγχρονη βιομηχανία ελκυστική. Υπό την προστασία του γερμανικού κράτους, η σύγχρονη τεχνολογία, διαποτισμένη από ένα εθνικιστικό πνεύμα, θα τιθασευόταν.

Μια βασική θέση σε αυτόν τον τόμο είναι ότι διάφορα γεγονότα την περίοδο 1900–1939 αποτέλεσαν πρόκληση για τους δυτικούς διανοούμενους με σημαντικούς τρόπους και ότι οι εν λόγω διανοούμενοι αντιμετώπισαν αυτές τις προκλήσεις, προσφεύγοντας σε οικείες, αλλά αναδιατυπωμένες έννοιες και θέματα. Στη γερμανική περίπτωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το ορόσημο. Μια σύγκριση των μεταπολεμικών γραπτών του Ράτεναου με δύο δοκίμια που είχε δημοσιεύσει μόλις πριν το ξέσπασμα του πολέμου υποστηρίζει αυτή τη θέση9.

Κύριος στόχος του συναισθηματικά φορτισμένου έργου του Ράτεναου με τίτλο Zur Kritik der Zeit (Προς μια Κριτική του Χρόνου) (Rathenau, 1912) και του Zur Mechanik des Geistes (Προς μια Μηχανική του Πνεύματος) (Rathenau, 1913) ήταν ο άψυχος, μηχανικός χαρακτήρας της σύγχρονης ζωής. Είχε καταστεί απαραίτητο να γίνει πιο αποδοτική η παραγωγή βασικών αγαθών, αλλά «η σύγχρονη, τεχνική habitus (Σ.τ.Μ.: η έξη, η διάθεση, η προδιάθεση.)» είχε επεκταθεί σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (Rathenau, 1918f, 4). Η «ψυχή» είχε περιθωριοποιηθεί όλο και πιο πολύ σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν «το επιχειρείν, η διπλωματία, η τεχνολογία και οι μεταφορές» (Rathenau, 1918g, 37). Ο Ράτεναου επιχειρηματολογούσε με βάση τους κλασικούς διαχωρισμούς από τη Lebensphilosophie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Φιλοσοφία της ζωής.) και ισχυριζόταν ότι ο κόσμος βασιζόταν στον ορθολογισμό και τη νοησιοκρατία αντί στον ιδεαλισμό και τη διαίσθηση. Καθοδηγούνταν από το πνεύμα αντί από την ψυχή και οι κεντρικές αξίες του ήταν η αποδοτικότητα και η χρησιμότητα αντί η ποιότητα και η αλήθεια. Ήταν ένας μηχανικός κόσμος.

Η ρίζα της τάσης προς μια μηχανοποιημένη κοινωνία ήταν η ταχεία αύξηση του πληθυσμού που είχε λάβει χώρα τους πρόσφατους αιώνες:

Παρεμπιπτόντως, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η τεχνολογία ή οι μεταφορές δεν είναι η αιτία του εκμηχανισμού και των σύγχρονων μορφών της ζωής μας. Αντίθετα, η αυξανόμενη πυκνότητα του πληθυσμού έχει ωθήσει τον εκμηχανισμό προς τα εμπρός και η διαδικασία εκμηχανισμού έχει γεννήσει νέες ανάγκες και δημιουργήσει νέες μορφές βοήθειας. Θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι ο σιδηρόδρομος έχει οδηγήσει σε μεγάλες ροές κυκλοφορίας ή ότι το τουφέκι έχει προκαλέσει μαζικό πόλεμο. (Rathenau, 1918f, 30).

Η ανάλυση του Ράτεναου στράφηκε, επομένως, εναντίον όλων των μορφών τεχνολογικού ντετερμινισμού, παρόλο που είχε μια ιστορικά υλιστική κλίση. Οι οργανωτικές και τεχνικές καινοτομίες που στόχο είχαν να εξασφαλίσουν έναν διαρκώς αυξανόμενο βαθμό αποδοτικότητας είχαν αναπτυχθεί ως απάντηση στην αύξηση του πληθυσμού. Ο καπιταλιστικός «νόμος της παραγωγής», ο οποίος βασίστηκε πάνω στον ανταγωνισμό για τους περιορισμένους πόρους, είχε αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικός και είχε οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και τζίρο (ό. π., 39). Εκτός από μεγάλες ποσότητες πανομοιότυπων προϊόντων κακής ποιότητας, ο καπιταλισμός είχε επιφέρει την εξειδίκευση και την αφηρημένη σκέψη – «ένα πνεύμα, το οποίο, επίσης, με συναισθηματικούς όρους αξίζει το όνομα εκμηχανισμός» (ό. π., 33). Ο άνθρωπος είχε γίνει «και χειριστής και μηχανή» (ό. π., 70).

Στην ανάλυση του Ράτεναου, η σύγχρονη κοινωνία ήταν μια εργαλειακή κοινωνία, στην οποία τα πάντα –όπως και οι συνάνθρωποι– υποβιβάζονταν στο να είναι εργαλεία. Ο σύγχρονος άνθρωπος ήταν ένας «άνθρωπος με σκοπό», όχι ένας «άνθρωπος με ψυχή» (Rathenau, 1918g, 30, 49). Παραφράζοντας τον Μαξ Βέμπερ, σύγχρονο του Ράτεναου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ράτεναου επιχείρησε να δείξει ότι ο κόσμος χαρακτηριζόταν από έναν ολοένα και αυξανόμενο ορθολογισμό ως προς τον σκοπό. Οι άνθρωποι στη σύγχρονη κοινωνία έθεταν στόχους και προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή τους με τρόπο ώστε να μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτούς τους στόχους με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Εντούτοις, οι στόχοι τους ήταν προβληματικοί. Η σχέση μεταξύ μέσων και σκοπών είχε αντιστραφεί και η «μηχανική παραγωγή [είχε] προαχθεί σε έναν στόχο από μόνη της» (Rathenau, 1918f, 44). Η τεχνολογία και η τεχνολογική εξέλιξη δεν ήταν πλέον ουδέτερα εργαλεία για την επίτευξη διάφορων σκοπών· η μεγαλύτερη παραγωγικότητα και η αυξημένη παραγωγή είχαν γίνει στόχοι από μόνες τους.

Ορισμένα από αυτά που κήρυττε ο Ράτεναου κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν ερχόντουσαν σε αντίθεση με αυτά που είχε πει νωρίτερα. Από το 1915 και μετά έκανε έκκληση για αυξημένη παραγωγικότητα, αλλά πριν από τον πόλεμο είχε απορρίψει με προσβλητικό τρόπο τον σύγχρονο προβληματισμό όσον αφορά την υλική παραγωγή. Το 1913, δεν είχε ταχθεί υπέρ των εταιρικών μέτρων αναδιάρθρωσης και της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, αλλά είχε εκθειάσει «τον τεχνίτη του παλιού τύπου, ο οποίος κατασκευάζει οικιακά είδη για τον ίδιο, με στόχο την τελειότητα» (Rathenau, 1918g, 65). Είχε κάνει τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής το επίκεντρο της κριτικής του, το 1912 και το 1913, αλλά λίγα χρόνια αργότερα είδε το ίδιο φαινόμενο ως σωτήρα της Γερμανίας.

Η ανάλυση του Ράτεναου σχετικά με το γερμανικό κράτος πέρασε από παρόμοια επανεκτίμηση. Ο Ράτεναου δεν είχε αποδώσει μεγάλη σημασία στο κράτος πριν από τον πόλεμο. Για την ακρίβεια, έβλεπε τον ρόλο του κράτους να περιορίζεται στην «εξωτερική πολιτική, την εθνική άμυνα, τη νομοθεσία και τη νομική προστασία» (Rathenau, 1918f, 50). Ένα τέτοιο «κράτος-νυχτοφύλακας» είναι, ασφαλώς, έτη φωτός μακριά από το ισχυρό, πατερναλιστικό κράτος που απεικόνισε ο Ράτεναου μετά τον πόλεμο. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια ριζική αλλαγή απόψεων; Η απάντηση, πιστεύω, μπορεί να βρεθεί τόσο στα κείμενά του όσο και στο σύγχρονο με αυτά πλαίσιο. Ο Ράτεναου δεν προέβλεψε τον πόλεμο και τις συνέπειές του· το 1912, σκεφτόταν ακόμα και ότι όλα τα έθνη θα μπορούσαν να ξεφορτωθούν τον στρατό στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Το πρόβλημα, σε μια κατάσταση αυξανόμενου πλούτου και αυξανόμενης παραγωγικότητας, δεν ήταν πώς να εξορθολογιστεί η βιομηχανία, αλλά πώς να περιοριστεί η επίδραση του μηχανικού πνεύματος. Με τον πόλεμο, προέκυψαν νέες και απρόσμενες προκλήσεις: Πώς θα σωζόταν η Γερμανία από τη στρατιωτική ήττα; Πώς θα σωζόταν ο γερμανικός λαός από την οικονομική καταστροφή, ακόμη και από την πείνα; Ο Ράτεναου στράφηκε προς μια ιδέα που είχε αναπτύξει σε αρκετές δημοσιεύσεις πριν από τον πόλεμο: την έννοια του ευπλουτισμού (Rathenau, 1918f, 60-61).

Ο όρος «ευπλουτισμός» σημαίνει η ευημερία των πολλών. Ο Ράτεναου τον είχε χρησιμοποιήσει το 1912 για να περιγράψει μια κοινωνία στην οποία οι συλλογικές ανάγκες είναι πιο σημαντικές από τις ατομικές. Σε αυτή την κοινωνία, δεν υπήρχαν μονοπώλια, ούτε κληρονομούμενος πλούτος, ούτε και άδικη κατανομή του πλούτου – όπως ακριβώς και στο μεταπολεμικό όραμά του για τη Νέα Κοινωνία. Η βασική διαφορά είναι ότι χρειάστηκε ο πόλεμος για να βρει ο Ράτεναου τον φορέα της ιδέας του ευπλουτισμού. Ενώ πριν από τον πόλεμο είχε ελπίσει ότι θα πραγματοποιείτο από τα άτομα μια ηθική ανάσταση των κοινών αξιών, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν εναπόθεσε όλη του την πίστη στο κράτος. Κάνοντάς το αυτό, αναβίωσε αυτό που ο McNeill έχει αποκαλέσει «αρχές [που] είχαν βαθιές ρίζες στο πρωσικό παρελθόν» (McNeill, 1983, 339). Σύμφωνα με τον McNeill (ό. π.), «οι ηγέτες από τον Μέγα Εκλέκτορα έως τον Φρειδερίκο τον Μέγα, σε περιόδους κρίσης, είχαν επιτάξει τις προμήθειες, όπως ήταν πρέπον, τάσσοντας με αδίστακτο τρόπο το ιδιωτικό συμφέρον στην υπηρεσία της συλλογικής, στρατιωτικής προσπάθειας».

Ο Ράτεναου έγινε ένα σύμβολο τόσο της μεταπολεμικής ανάκαμψης όσο και της νεαρής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Volkov, 1990) και, όπως ακριβώς και η δημοκρατία, κατά κύριο λόγο απέτυχε. Ήταν σε τόσο μεγάλο βαθμό αουτσάιντερ, ώστε δεν είχε τη δύναμη να επηρεάσει τη γερμανική κοινωνία προς την κατεύθυνση που ήθελε. Οι ιδέες του για την οργάνωση της βιομηχανίας ήταν πολύ ριζοσπαστικές και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από επιχειρηματικούς κύκλους (Schulin, 1990, 64). Ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική του δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστική για να εξευμενίσει την Άκρα Δεξιά. Το 1922, δολοφονήθηκε από ένα μέλος μιας ομάδας της Άκρας Δεξιάς με την ονομασία Οργάνωση Κόνσουλ.


ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΗΜΕΝΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΕΜΠΕΡ ΚΑΙ ΣΟΜΠΑΡΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Τον Οκτώβριο του 2010, η Γερμανική Εταιρεία Κοινωνιολογίας διεξήγαγε ένα εθνικό συνέδριο στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν. Ο Βέρνερ Σόμπαρτ, καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Βερολίνου, έδωσε μια ομιλία με τον σύντομο τίτλο «Technik und Kultur» («Τεχνολογία και Κουλτούρα») (Sombart, 1911). Δεν είναι γνωστό αν γνώριζε την ύπαρξη του βιβλίου του Mayer που έφερε τον ίδιο τίτλο ή τη διαμάχη μεταξύ Mayer και Dessauer. Ωστόσο, είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς ότι το θέμα της τεχνολογίας και της κουλτούρας είχε φτάσει στο επίκεντρο της γερμανικής πολιτιστικής ζωής πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που ο πόλεμος σίγουρα ενέτεινε και άλλαξε το περιεχόμενο του διαλόγου όσον αφορά την τεχνολογία, δεν ήταν αυτός που ξεκίνησε την «πάλη» για την τεχνολογία.

Δεν ήταν μόνο ο Μαξ Βέμπερ που πήρε μέρος στον διάλογο που ακολούθησε την ομιλία του Σόμπαρτ. Ο γερμανικός διάλογος για την τεχνολογία και την κουλτούρα δεν περιορίστηκε σε λίγους περιθωριακούς μανδαρίνους και μηχανικούς, αλλά διαμορφώθηκε με διαφορετικό τρόπο στους κύκλους των κοινωνιολόγων και η διαφορά είναι εμφανής σήμερα.

Η συμβολή του Σόμπαρτ στον αναδυόμενο διάλογο δημοσιεύθηκε αργότερα στο Archives for Social Science and Social Policy, ένα περιοδικό του οποίου την έκδοση επιμελούνταν τότε μαζί με τον Μαξ Βέμπερ και τον Edgar Jaffé. Ο Herf απορρίπτει αυτή τη νηφάλια περιγραφή της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογική ανάπτυξη και την πολιτιστική ζωή ως ένα «αρκετά συμβατικό δείγμα πολιτισμικής απόγνωσης», αλλά πιστεύω ότι αξίζει μια νέα ανάγνωση (Herf, 1984, 133).

Ο Σόμπαρτ ανησυχούσε για την υπερβολική και αστόχαστη αισιοδοξία που εντόπιζε στους περισσότερους σύγχρονούς του. Στην ανάλυσή του όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, επέλεξε να εστιάσει στο πώς αυτή επηρέαζε τη μουσική: «Η πρόοδος της τεχνολογίας μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε το θέατρο και τις αίθουσες για τα κονσέρτα ακόμη μεγαλύτερα και πιο φωτεινά. Δεν είναι να απορεί κανείς που η μουσική έχει τώρα προσαρμοστεί σε αυτές τις νέες δημιουργίες και ότι καταλήγει τόσο μακριά από τη ζεστασιά και τη “στενή” οικειότητα όσο και οι αίθουσες μέσα στις οποίες δίνονται τα κονσέρτα». (Sombart, 1911, 346)

Ο Σόμπαρτ λυπόταν, επίσης, που η πρόοδος στις μεταφορές είχε οδηγήσει στην παγκόσμια ομοιομορφία και στην εξαφάνιση των τοπικών μουσικών παραδόσεων. Εντούτοις, αναγνώριζε ότι η ύπαρξη σύγχρονων μέσων μεταφοράς έδινε την ευκαιρία σε άτομα που δεν ζούσαν σε πολιτιστικά κέντρα να απολαύσουν καλά κονσέρτα. Οι «μουσικές μηχανές», πίστευε, είχαν δύο όψεις (Sombart, 1911, 347). Από τη μία, παρήγαγαν έναν τρομερό θόρυβο που «ταράζει τα νεύρα» των θαμώνων των μπαρ· από την άλλη, έκαναν τη μουσική προσβάσιμη στον μέσο πολίτη (ό. π., 345). Για την ακρίβεια, ο Σόμπαρτ πρότεινε ότι αυτού του είδους οι μηχανές θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να εξευγενίσουν και να καλλιεργήσουν «τις μάζες» και δεν το θεωρούσε αδύνατο ότι μπορούσαν να «οδηγήσουν σε μια απόλυτη επανάσταση των κοινωνικών και πολιτιστικών μας σχέσεων» (ό. π., 347).

Βαρελάς Τάκης / Ορυκτός κάμπος / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

Η ομιλία του Σόμπαρτ δεν ήταν απλώς μια ομιλία πολιτισμικής απόγνωσης· ήταν μια πολύ πρώιμη προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια για κάτι που σήμερα αποκαλείται Technkisoziologie (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Κοινωνιολογία της τεχνολογίας.). Ο Σόμπαρτ δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο, αλλά ο δηλωμένος στόχος του ήταν να προτείνει μια μεθοδολογία και ορισμένες έννοιες για την ανάλυση της πολύπλοκης σχέσης ανάμεσα στην Technik και την Kultur. Αυτό το έκανε παρουσιάζοντας ένα πλήθος ορισμών και δίνοντας ορισμένα παραδείγματα του πώς θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια ανάλυση. Η συζήτηση του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία και τη μουσική εμφανίστηκε στο τέλος της ομιλίας και είχε στόχο να επεξηγήσει την προσέγγισή του με «παραδειγματικό» τρόπο (ό. π., 342).

Παρόλο που το πρωταρχικό θέμα του Σόμπαρτ ήταν η εξάρτηση της κουλτούρας από την τεχνολογία, είναι ξεκάθαρο ότι αντιλαμβανόταν πλήρως και την αντίστροφη σχέση. Μια ολοκληρωμένη ανάλυση θα έπρεπε να καθορίσει «πώς ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό χαρακτηριστικό… επηρεάζει την ποσοτική και ποιοτική διαμόρφωση της τεχνολογίας… και… πώς, σε συγκεκριμένους τομείς της κουλτούρας, αναδύονται συμφέροντα που έχουν αντίκτυπο στις τεχνικές εξελίξεις» (ό. π., 313).

Ο Σόμπαρτ ανέφερε ένα μεγάλο πλήθος κοινωνικών παραγόντων που επηρέαζαν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της τεχνολογίας, όπως η πολιτική του κράτους, το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης, ο βαθμός της θρησκευτικότητας και οι απαιτήσεις των εργατών. Ο αντίκτυπος αυτών των παραγόντων ήταν πιο εμφανής στην οικονομική σφαίρα και ο Σόμπαρτ επανέλαβε τη διάσημη διαφορά ανάμεσα στη χειροτεχνία και στο καπιταλιστικό σύστημα σε ό,τι έχει να κάνει με το ενδιαφέρον για την τεχνική αλλαγή.

Ασφαλώς, θα ήταν αναχρονιστικό να αποκαλέσει κάποιος τον Σόμπαρτ κοινωνικό ή πολιτισμικό κονστρουκτιβιστή ή αντιτεχνολογικό ντετερμινιστή (βλέπε Smith & Marx, 1994), παρόλο που το σκεπτικό του περιείχε ψήγματα που ανήκουν και στα δύο στρατόπεδα. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι απέρριψε κατηγορηματικά την «τεχνολογική άποψη της ιστορίας» του Καρλ Μαρξ (Sombart, 1911, 314). Ο Σόμπαρτ παρέθεσε ένα απόσπασμα από το Κεφάλαιο και κατέληξε ότι ο Μαρξ θεωρούσε τις παραγωγικές δυνάμεις τις απόλυτες ρίζες όλων των πτυχών της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Ο Σόμπαρτ ισχυριζόταν ότι ο Μαρξ έβλεπε λανθασμένα την τεχνολογία ως μια ανεξάρτητη μεταβλητή και συνέχισε λέγοντας: «Καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υπάρξει σε έναν (κοινωνικά) άδειο χώρο· είναι αδύνατο για μια τεχνολογία να υπάρξει σε ένα Αρχιμήδειο σημείο εκτός της ανθρώπινης κουλτούρας και να ασκήσει επιρροή από εκεί. Ο θεωρητικός της αλληλεπίδρασης έχει (σε αυτή την περίπτωση) δίκιο, όταν λέει ότι “Τα πάντα προκαλούν (και επηρεάζουν) τα πάντα”» (ό. π., 316).

Για τον Σόμπαρτ, η τεχνολογία δεν ήταν ένας αυτόνομος τομέας της κοινωνίας. Αντίθετα, μιλούσε για τη σχέση ανάμεσα σε αυτή και σε άλλες σφαίρες της κοινωνίας υπό την έννοια ενός «πολιτισμικού χαλιού» (ό. π., 311) – μια έννοια που ακούγεται εντυπωσιακά παρόμοια με τον «αδιάλειπτο ιστό» του Hughes (Hughes, 1987).

Υπάρχει άλλος ένας, ίσως περίεργος, παραλληλισμός που μπορούμε να εντοπίσουμε ανάμεσα στον Hughes και τον Σόμπαρτ: και οι δυο τους μιλούν για την τεχνολογία υπό την έννοια των προσωρινών ή γεωγραφικά οριοθετημένων «στιλ». Ενώ ο Σόμπαρτ εξετάζει αυτό που αποκαλούσε «πολιτισμικό στιλ» της τεχνολογίας, ο Hughes χρησιμοποιεί την έννοια του «τεχνολογικού στιλ» για να ορίσει τοπικές ή εθνικές διαφορές στον σχεδιασμό τεχνικών συστημάτων ή χειροποίητων αντικειμένων (Hughes, 1987). Προσπαθώντας να βρει τα κεντρικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τεχνολογίας, ο Σόμπαρτ διατυπώνει την ακόλουθη άποψη: «Η τεχνολογία του καιρού μας είναι ορθολογική σε αντίθεση με την πρωιμότερη τεχνολογία που ήταν εμπειρικά προσανατολισμένη·… πηγαίνει πέρα από τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την οργανική φύση…» (Sombart, 1911, 309). Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της σύγχρονης τεχνολογίας, είπε, θα πρέπει να ερευνήσουμε τις απαιτήσεις που θέτει πάνω σε αυτή ο καπιταλισμός. Πράγματι, ο Σόμπαρτ ισχυρίστηκε ότι «είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού να επιδιώκει την ορθολογική τεχνολογία, τη μηχανική τεχνολογία, την τεχνική πρόοδο» (ό. π., 314). Αυτό δεν σήμαινε ότι η σύγχρονη τεχνολογία είναι μια απευθείας λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά υπονοούσε ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να ευνοεί έναν ορθολογικό τύπο τεχνολογίας και ένα συγκεκριμένο στιλ που περιέχει μια μεγάλη ποσότητα επιστημονικής γνώσης.10. Αναμφίβολα, οι όροι του Σόμπαρτ όσον αφορά την ανάλυση έχουν πολλά κοινά με εκείνους που θα χρησιμοποιούσε αργότερα ο Βέμπερ στην ομιλία του με τίτλο «Science as a Vocation» («Η Επιστήμη ως Λειτούργημα») (Weber, 1919) και στο βιβλίο του με τίτλο General Economic History (Γενική Οικονομική Ιστορία) (Weber, 1923) (πρβ. Hård, 1994b).

Ο Σόμπαρτ έλαβε πολλή στήριξη από τον Βέμπερ στον διάλογο που ακολούθησε, ιδίως για την κριτική του όσον αφορά τον Μαρξ. Η υλιστική άποψη του Μαρξ για την κοινωνία και την ιστορία ήταν για καιρό και θα παρέμενε ένας από τους κύριους στόχους του Σόμπαρτ και του Βέμπερ (Krause, 1960) (Mitzman, 1971). Ο Βέμπερ δεν ισχυρίστηκε μόνο ότι η διάσημη τεχνολογική ντετερμινιστική δήλωση του Μαρξ ότι ο χειρόμυλος δημιουργεί μια φεουδαρχική κοινωνία, ενώ ο ατμόμυλος δημιουργεί μια καπιταλιστική κοινωνία «είναι απλώς λανθασμένη» (Weber, 1924, 450)· επιτέθηκε, επίσης, σε εκείνους τους σύγχρονους μηχανικούς που φαινόταν «σοβαρά να πιστεύουν ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι η απόλυτη κινητήρια δύναμη όσον αφορά την ανάπτυξη της κουλτούρας» (ό. π., 451-452). Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ (ό. π., 456) ισχυρίστηκε ότι, στη θεωρία, είναι αδύνατο να βρει κανείς μια τελική αιτία στην ανθρώπινη ιστορία:

Θα ήθελα να διατυπώσω μια διαμαρτυρία εναντίον… της ιδέας ότι κάτι –είτε η τεχνολογία είτε η οικονομία– μπορεί να είναι η «τελευταία» ή η «τελική» ή η «αληθινή» αιτία οποιουδήποτε πράγματος. Όταν αναλύουμε μια αλυσίδα αιτίων, βρίσκουμε πάντα ότι αυτή ξεκινάει πρώτα από τα τεχνικά προς τα οικονομικά και τα πολιτικά πράγματα και ύστερα από τα πολιτικά προς τα θρησκευτικά και τα οικονομικά πράγματα. Δεν βρίσκουμε πουθενά ένα σημείο ακινησίας.

Αυτός ο βεμπεριανός αντιντετερμινισμός –που σε καμία περίπτωση δεν περιοριζόταν στην κοινωνία και την τεχνολογία– έχει παρατηρηθεί από πολλούς ακαδημαϊκούς. Για παράδειγμα, ο Collins έχει πει ότι «σύμφωνα με το σχέδιο του Βέμπερ, η τεχνολογία είναι ουσιαστικά μια εξαρτημένη μεταβλητή» (Collins, 1986, 25). [Πρβ. (Abramowski, 1966) (Schmidt, 1981) (Schluchter, 1989)].

Ο Βέμπερ επανήλθε στο παράδειγμα του Σόμπαρτ όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την τεχνολογία, υποστηρίζοντας ότι τα σύγχρονα όργανα είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αναπτυχθεί ανταποκρινόμενα απευθείας στις ανάγκες που είχαν εκφράσει οι συνθέτες (Weber, 1924). Εδώ, ο Βέμπερ επιτέθηκε έμμεσα στον Σόμπαρτ επειδή ο τελευταίος είχε δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στις αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογίας πάνω στις μουσικές μορφές.11. Ο Βέμπερ (ό. π., 455) ισχυρίστηκε ότι ήταν λάθος να λέει κάποιος ότι η μουσική μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου ήταν «ένα προϊόν της τεχνικής κατάστασης».12 Στην περίπτωση της χημείας, ίσως είναι δυνατό να μιλήσουμε για μια απευθείας εξάρτηση από τις τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις, αλλά στην περίπτωση της μουσικής θα ήταν πιο πρέπον να πούμε ότι ο συνθέτης έκανε χρήση όλων των τεχνολογικών δυνατοτήτων που ήταν διαθέσιμες και ενεργούσε εντός των ορίων τους. Εν ολίγοις, τόσο ο Βέμπερ όσο και ο Σόμπαρτ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπερασπιστούν μια μη απλουστευτική άποψη της ιστορίας γενικά και μια αντιντετερμινιστική άποψη της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογία και την κουλτούρα ειδικότερα. Συμφώνησαν ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρέαζαν την κοινωνική ζωή, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι αυτή ήταν όλη η αλήθεια. Εν ολίγοις, εντόπισαν θέματα που εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών μελετών της τεχνολογίας, συμβάλλοντας στη θεμελίωση ενός συλλογιστικού πλαισίου γι’ αυτόν τον ακαδημαϊκό τομέα έρευνας.

Ο Wagner περιγράφει τον εθνικοσοσιαλισμό ως μια ιδεολογία που, πρώτα και κύρια, επιχείρησε να οργανώσει τη σύγχρονη ζωή (Wagner, 1994, 68-69). Αναφερόμενος στον Bauman, 1989, καταλήγει ότι, παρόλο που το ναζιστικό κίνημα έφτασε σε ακρότητες όσον αφορά τις επιδιώξεις του, δεν θα πρέπει να θεωρείται διαφορετικό στη θεωρία από τον «Σταλινισμό, το Μέτωπο του Λαού (και μετέπειτα Βισύ), το Σπίτι του Λαού και τη Νέα Συμφωνία». Αυτά τα κινήματα ή έργα δεν ένιωθαν άνετα με τη φιλελεύθερη ουτοπία της κλασικής νεωτερικότητας και με την έμφασή της στην ατομική ελευθερία και την προσέγγιση του laissez faire. Αντίθετα, ήθελαν να ελέγξουν την οικονομία προς όφελος των πολλών, να οδηγήσουν την επιστήμη σε μια κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτή κατεύθυνση και να θέσουν το συλλογικό πάνω από το ατομικό. Για τους παρόντες σκοπούς, το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι έκαναν υπερβολική χρήση της ενημερωμένης τεχνολογίας σε αυτές τις προσπάθειες. Με άλλα λόγια, εφάρμοσαν σύγχρονα μέσα για τον έλεγχο της σύγχρονης ζωής.

Πιθανόν δεν είναι σύμπτωση που ο όρος «τεχνοκρατία» έγινε πολύ δημοφιλής στο μεσουράνημα των προαναφερθέντων κινημάτων και έργων (κεφάλαια 4 και 5 παρακάτω) (Layton, 1971, κεφάλαιο 10) ούτε το γεγονός ότι αυτή την εποχή έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός είδους «κοινωνικής μηχανικής». Πολλοί μηχανικοί και κοινωνικοί επιστήμονες ένιωσαν ότι τη δεκαετία του ’30 είχε έρθει η στιγμή να επηρεάσει η τεχνογνωσία τους την πολιτική. Στη Γερμανία, η άνοδος των Ναζί στην εξουσία θεωρήθηκε από αρκετούς μηχανικούς ως μια θεόσταλτη ευκαιρία για να επηρεάσουν την ανάπτυξη της κοινωνίας συνολικά. Οι Renneberg και Walker παρατηρούν ότι «μετά το 1933, το Κόμμα [των Ναζί] ή διάφορες λιγότερο σημαντικές οργανώσεις πλημμύρισαν τεχνοκράτες» (Renneberg & Walker, 1993, 8). Ωστόσο, ορισμένοι από αυτούς τους τεχνοκράτες εκνεύρισαν πολλούς με τις προσπάθειές τους να κερδίσουν επιρροή και το 1935 οι Ναζί διέταξαν το κλείσιμο της εφημερίδας Technokratie – «κατά ειρωνικό τρόπο, τη στιγμή ακριβώς που οι ευκαιρίες για τους τεχνοκράτες εντός του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους άρχισαν να βελτιώνονται» (ό. π., 5). Οι Renneberg και Walker (ό. π., 9) συμφωνούν με τον ισχυρισμό του Herf ότι οι Ναζί δεν αντιτίθεντο γενικά στη σύγχρονη τεχνολογία (Herf, 1984) και ισχυρίζονται ότι «η κοινή υπόθεση ότι το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα είχε την πρόθεση να εξυγιάνει την επιστήμη ή τη μηχανική συγκεκριμένα είναι αμφισβητήσιμη».

Παρόλο που αυτή η «κοινή υπόθεση» βασίζεται συνήθως σε λίγες περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών των Ναζί να ελέγξουν τη μετανευτώνεια φυσική και της ανικανότητάς τους να εκτιμήσουν τις δυνατότητες της ατομικής βόμβας), όντως φαίνεται κατανοητή. Πράγματι, η άποψη των Ναζί όσον αφορά την τεχνολογία δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη, ακόμη και για τους σύγχρονούς τους. Έναν χρόνο αφότου ήρθε στην εξουσία το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ο Σόμπαρτ δημοσίευσε ένα βιβλίο, το οποίο δικαιολογεί αυτή την παρατήρηση. Το βιβλίο αυτό με τον τίτλο Deutscher Sozialismus (Γερμανικός Σοσιαλισμός) (Sombart, 1934), το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ένα απροκάλυπτο φλερτ με τη νέα κυβέρνηση, περιλάμβανε ένα λεπτομερές σχέδιο για το πώς θα πρέπει να ελέγχεται η σύγχρονη τεχνολογία και πώς θα πρέπει να διδάσκεται η επιστήμη (πρβ. Herf, 1984, 148 κ. εξ.). Οι ιδέες του Σόμπαρτ δεν συνάντησαν γόνιμο έδαφος. Ένας Ναζιστής κριτικός του βιβλίου έγραψε το ακόλουθο προσβλητικό σχόλιο: «Η εθνικοσοσιαλιστική θέση όσον αφορά την τεχνολογία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Σόμπαρτ… Η σύγχρονη τεχνολογία είναι για μας ένα τέκνο του βόρειου πνεύματος και εκφράζει τη δύναμη της ανθρωπότητας».13. Προφανώς, ο Σόμπαρτ είχε παρερμηνεύσει τη ναζιστική ιδεολογία από αυτήν την άποψη.

Ο Σόμπαρτ έβλεπε τη σύγχρονη τεχνολογία με πιο κριτική ματιά απ’ ό,τι οι Ναζί και ο Ράτεναου. Με τις ιδέες του όσον αφορά την «τιθάσευση της τεχνολογίας» δεν ήθελε απλώς να οργανώσει τη σύγχρονη κοινωνία με ορθολογικό τρόπο· ήθελε και να απορρίψει ορισμένα αποτελέσματα της νεωτερικότητας αυτά καθαυτά (Sombart, 1934, 264). Ο Σόμπαρτ είχε ήδη επιτεθεί στην ιδέα της αυτόνομης τεχνολογίας αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Sieferle, 1984, 215) και στο βιβλίο του με τίτλο Die Zukunft des Kapitalismus (Το Μέλλον του Καπιταλισμού) (Sombart,1932) είχε, σύμφωνα με τα λόγια του Krause, ταχθεί υπέρ μιας «τακτικής, ελεγχόμενης, τιθασευμένης, ουσιαστικής και οργανωμένης οικονομίας» (Krause, 1960, 175). Το 1934, πίστεψε τελικά ότι είχε έρθει η στιγμή για να προτείνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το πώς θα έπρεπε να ελέγχονται η ανάπτυξη και η χρήση των μη κατάλληλων τεχνολογιών: «Κάθε εφεύρεση πρέπει να εγκρίνεται από ένα ανώτατο πολιτιστικό συμβούλιο [oberster Kulturrat], όπου οι τεχνολόγοι έχουν μια συμβουλευτική λειτουργία. Το πολιτιστικό συμβούλιο αποφασίζει αν η εφεύρεση θα πρέπει να απορριφθεί, να παραδοθεί σε ένα μουσείο ή να εφαρμοστεί». (Sombart, 1934, 266). Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Σόμπαρτ εκνεύρισε τους μηχανικούς και άλλους που είχαν τεχνοκρατικές κλίσεις.

Στην ανάλυσή τους για τον διάλογο περί «ρύθμισης» την περίοδο του μεσοπολέμου, οι Dierkes et al αναφέρονται αναλυτικά στον «γερμανικό σοσιαλισμό» του Σόμπαρτ (Dierkes et al, 1988, 13-14). Οι ιδέες του Σόμπαρτ για το πώς να τιθασευτεί η τεχνολογία θα πρέπει να θεωρηθούν ένα ακραίο μανιφέστο αυτού του λόγου, το οποίο σήμερα βρίσκουμε σε διάφορες συζητήσεις για το πώς να «ρυθμίσουμε», να «αξιολογήσουμε» και να «αποτιμήσουμε» την τεχνολογία. Όχι μόνο πρότεινε να διορίζει η κυβέρνηση έναν φορέα, ο οποίος θα αποφάσιζε ποιες νέες εφευρέσεις θα έπρεπε να αναπτυχθούν· απευθύνθηκε και στην αστυνομία για να απαγορεύσει τη χρήση εκείνων των υπαρχουσών τεχνολογιών που ενοχλούσαν τον κοινό πολίτη ή απειλούσαν την υγεία των εργατών και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πρότερη απόφαση του ελβετικού καντονιού του Γκραουμπίντεν να απαγορεύσει τα αυτοκίνητα και τις μηχανές. Ως τελευταίο σημείο στο σχέδιό του να ελέγξει την τεχνολογία, ζήτησε την ίδρυση ενός κυβερνητικού ερευνητικού ινστιτούτου, με βάση το ότι το κράτος και όχι η αγορά θα έπρεπε να αποφασίζει σε ποιες κατευθύνσεις θα έπρεπε να κινηθεί η επιστημονική και τεχνολογική έρευνα.

Οι κύριοι λόγοι για τις προτάσεις του Σόμπαρτ εντοπίζονται στην αντιπάθεια που έτρεφε για τον αχαλίνωτο καπιταλισμό. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν είχε συμφιλιωθεί πλήρως με τον φιλελευθερισμό και στα μετέπειτα γραπτά του έγινε ολοένα και πιο επικριτικός όσον αφορά τη φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς (Harris, 1958, κεφάλαιο 6). Αναμφίβολα, η γερμανική εμπειρία με τον υπερβολικά υψηλό πληθωρισμό στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και με τις οικονομικές δυσκολίες γύρω στο 1930 πυροδότησε αυτές τις αντιδράσεις. Στον τρίτο τόμο του μνημειώδους έργου του με τίτλο Modern Capitalism (Σύγχρονος Καπιταλισμός) (Sombart, 1927), προφήτευσε την πτώση του καπιταλισμού και στο Die drei Nationalökonomien (Οι Τρεις Εθνικές Οικονομίες) (Sombart, 1930), επιχείρησε να χρησιμοποιήσει μια νέα οικονομική θεωρία αντί τη στενή νεοκλασική θεωρία. Στο έργο του με τίτλο The Future of Capitalism (Το Μέλλον του Καπιταλισμού), ο Σόμπαρτ τάχθηκε υπέρ ενός είδους οργανωμένου καπιταλισμού με καρτέλ και μονοπώλια αντί ενός κοντόφθαλμου, ανελέητου ανταγωνισμού. Όπως υποστήριξε, ο υπεύθυνος σχεδιασμός όφειλε να αντικαταστήσει την εγωιστική μεγιστοποίηση του κέρδους. Το 1934, ήταν έτοιμος να αναπτύξει τις συνέπειες αυτού του σκεπτικού για τον τομέα της τεχνολογίας. Η τεχνολογική ανάπτυξη, έγραφε, δεν θα έπρεπε να κατευθύνεται από κίνητρα που συνδέονται με το κέρδος και τα συμφέροντα των ιδιωτικών εταιρειών (Sombart, 1934, 257). Αντί να παρατηρεί παθητικά πώς «η διαμόρφωση της υλικής κουλτούρας μας είναι στο έλεος μιας ομάδας εφευρετών και ευφυών επιχειρηματιών» (ό. π., 264), το κράτος θα έπρεπε να παρεμβαίνει ενεργά στη διαδικασία της ανάπτυξης. Μόνο τότε θα ήταν δυνατό να «βάλουμε τάξη στο χάος» (ό. π., 266). Αν η τεχνολογία αφήνονταν στο έλεος των δυνάμεων της αγοράς, το πιο πιθανό ήταν να συνεχίσει να αναπτύσσεται προς μια κατεύθυνση, η οποία δεν εξυπηρετούσε τους πολλούς.

Ο επίσημος ορισμός του Σόμπαρτ όσον αφορά την τεχνολογία δεν άλλαξε ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1930. Η Technik ήταν «όλα τα συστήματα (συγκροτήματα, ολότητες) μέσων που είναι κατάλληλα… για να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό» (Sombart, 1934, 245).14 Η «τεχνολογία» διατήρησε τον εργαλειακό ορισμό της, αλλά το 1934 ο Σόμπαρτ έγινε πιο σαφής όσον αφορά τις συνέπειες αυτού του ορισμού. Πρώτον, σήμαινε ότι «η τεχνολογία είναι πάντα πολιτισμικά ουδέτερη και ηθικά αδιάφορη: μπορεί να εξυπηρετεί είτε το καλό είτε το κακό» (ό. π., 262). Δεύτερον, σήμαινε ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να έχει εγγενή αξία. Για παράδειγμα, ήταν αδύνατο να κατασκευαστεί μια κλίμακα με την οποία θα μπορούσαν να μετριούνται διαφορετικές τεχνολογίες (ό. π., 252).

Ενάντια σε αυτό το εννοιολογικό υπόβαθρο μπορεί, ασφαλώς, να τεθεί το ερώτημα τού ποια κριτήρια θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, όταν θα ενέκρινε ή θα απέρριπτε διάφορες εφευρέσεις. Ο Σόμπαρτ ποτέ δεν φάνηκε να αναγνωρίζει αυτό το πρόβλημα. Αντίθετα, επέλεξε να επιτεθεί σε εκείνους από τους σύγχρονούς του, οι οποίοι είχαν ανατρέψει τον διαχωρισμό μέσων-σκοπού και είχαν κάνει την ίδια την τεχνολογία έναν σκοπό. Η φράση «l’ art pour l’ art» (Σ.τ.Μ.: Γαλλικά στο κείμενο. «Η τέχνη για την τέχνη».) ήταν, όπως έγραφε, συμπτωματική για ολόκληρη την «τεχνολογική εποχή» (ό. π., 255, 252). Η τεχνολογία είχε κερδίσει τόση πολλή εκτίμηση, ώστε οτιδήποτε ήταν δυνατό να κατασκευαστεί φαινόταν, επίσης, να αξίζει να φτιαχτεί, «χωρίς να τίθεται το ερώτημα για τους σκοπούς που θα έπρεπε να εξυπηρετεί» (ό. π., 254). Αυτή η επικίνδυνη άποψη που στερούνταν στοχασμού οδήγησε σε αδικαιολόγητο σεβασμό απέναντι «στον μηχανικό και στους τρόπους σκέψης του: η λέξη “τεχνοκρατία” μπορούσε να εμφανιστεί μόνο στην εποχή μας» (ό. π., 253).

Η φιλελεύθερη οικονομία δεν ήταν, επομένως, ο μόνος στόχος της κριτικής του Σόμπαρτ. Η έκκλησή του για μια θεσμική μορφή τεχνολογικής αξιολόγησης μπορεί να ερμηνευτεί ως μια αντίδραση σε αυτό που έβλεπε ως ένα ολοένα και πιο επιθετικό σώμα της μηχανικής. Παρόλο που η λύση του Σόμπαρτ ήταν ξεκάθαρα ελιτιστική, αρνούνταν στους μηχανικούς να έχουν τον τελευταίο λόγο. Όπως το «συμβούλιο ηγετών» (Führerrat) που έπρεπε να έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα (Sombart, 1934, 214), το πολιτιστικό συμβούλιο έπρεπε να είναι ένας φορέας ειδικών πρώτης τάξης και πολιτικών που θα ταίριαζε απόλυτα στον σύγχρονο ρυθμιστικό διάλογο. Όπως και τόσοι πολλοί άλλοι, τα πρώτα 40 χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Σόμπαρτ προσπάθησε να οργανώσει τη νεωτερικότητα.

Η διάγνωση του Σόμπαρτ όσον αφορά την αντιστροφή της σχέσης μέσων-σκοπού απηχούσε κάτι το οποίο είχε αρχίσει να συζητά ο Βέμπερ πριν από 30 χρόνια. Η διάσημη φράση του Βέμπερ στο τέλος του βιβλίου του με τίτλο The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism (1904–05) (Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Στα Ελληνικά από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, Αθήνα, 2010, μτφ. Δημοσθένης Κούρτοβικ) για «το σιδηρούν κλουβί» του σύγχρονου, υλιστικού κόσμου έμελλε να απεικονίσει την κατάσταση όπου τα αρχικά ορθολογικά ως προς τον σκοπό μέσα της τεχνολογίας και της γραφειοκρατίας είχαν φτάσει στην αυτονομία και άρχιζαν να απειλούν την ελευθερία του ατόμου (Habermas, 1981, I, 337). Αντί να είναι μέσα, τα εργαλεία έτειναν να γίνουν τα ίδια σκοποί.

Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ έδωσε στην τεχνολογία έναν εργαλειακό ορισμό: «Ο όρος “τεχνολογία” που δίνεται σε μια ενέργεια αναφέρεται στο σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται σε αντίθεση με τη σημασία ή τον σκοπό προς τον οποίο, σε τελευταία ανάλυση, είναι προσανατολισμένη η ενέργεια» (Weber, 1922a, 160). Κατά τον ίδιο τρόπο, έκανε λόγο και για τη γραφειοκρατία: «Ο αποφασιστικός λόγος για την προαγωγή της γραφειοκρατικής οργάνωσης ήταν πάντα η αμιγώς τεχνική ανωτερότητά της έναντι οποιασδήποτε άλλης μορφής οργάνωσης. Ο πλήρως ανεπτυγμένος γραφειοκρατικός μηχανισμός συγκρίνεται με άλλες μορφές οργάνωσης, όπως ακριβώς η μηχανή συγκρίνεται με μη μηχανικές μεθόδους παραγωγής» (Weber, 1922b, 214).

Οι βασικοί όροι στις αναλύσεις του Βέμπερ για την τεχνολογία και τη γραφειοκρατία ήταν «η προβλεψιμότητα» και «ο έλεγχος» (Collins, 1986). Η επιστημονική βάση της σύγχρονης τεχνολογίας και η γραφειοκρατική δομή των σύγχρονων οργανώσεων διευκόλυνε ιδιαίτερα τον βιομήχανο να προβλέπει το αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και τον διευθυντή της επιχείρησης ή τον υπουργό να ελέγχει τους υπαλλήλους ή τους αξιωματούχους του, αντίστοιχα. Ωστόσο, το σύγχρονο πρόβλημα ήταν ότι αυτές οι δομές είχαν την τάση να γίνονται ολοένα και πιο αυτόνομες, καθώς μεγάλωναν σε μέγεθος. Όσο πιο ισχυρά ήταν τα εργαλεία, τόσο πιο δύσκολο ήταν να κυβερνήσει κανείς.

Ο Βέμπερ βίωσε τόσο την ανάδυση του συστήματος των πολιτικών κομμάτων όσο και την αυξανόμενη εξουσία των καρτέλ και των τραστ και ερμήνευσε αυτές τις διαδικασίες στο πλαίσιο της γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και των επιχειρήσεων. Παρά τις προσπάθειες του Βέμπερ να παραγάγει «αντικειμενική» και αμερόληπτη επιστήμη, είναι σαφές από τα γραπτά του ότι παραπονιόταν γι’ αυτές τις εξελίξεις (Abramowski, 1966, 161 κ. εξ.) (Marcuse, 1968, 224-225). Ο Βέμπερ θεωρούσε την ανάπτυξη στη Δύση αυτού του είδους ορθολογισμού «τραγική» (Åmark, 1990) και «φαινόταν να είναι επικριτικός όσον αφορά την επέκταση του τυπικού ορθολογισμού ως σκοπού καθεαυτού» (Beetham, 1985, 274). Η λύση που πρόσφερε στο πρόβλημα μέσων-σκοπού ήταν εν μέρει παρόμοια και εν μέρει διαφορετική από εκείνη του Σόμπαρτ.

Όπως και ο Σόμπαρτ, ο Βέμπερ ήθελε σαφώς δηλωμένες αξίες και ιδεολογίες, οι οποίες θα επηρέαζαν όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τις επιχειρήσεις και την τεχνολογία. Κανένας από αυτούς τους τομείς της σύγχρονης ζωής δεν θα έπρεπε να αποκλείεται από αυτό που ο Βέμπερ αποκάλεσε «ορθολογισμό ως προς την αξία» και «ουσιαστικό ορθολογισμό» (Weber, 1922a, 115, 185). Δηλαδή έπρεπε να είναι εφικτό για αξίες όπως το «εθνικό μεγαλείο» να σχετίζονται με την πολιτική και, τουλάχιστον στη θεωρία, για την «ισότητα» να επηρεάζει τον τομέα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, όπως έχει δείξει ο Beetham, η μεθοδολογία του Βέμπερ που ήταν ουδέτερη όσον αφορά τις αξίες τον υποχρέωσε –τουλάχιστον στα επιστημονικά γραπτά του– να αναβάλλει πιο λεπτομερείς συζητήσεις για το πώς το καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε να γίνει πιο ουσιαστικά ορθολογικό. Επιπλέον, η ιδεολογική ροπή του Βέμπερ τον έκανε να πιστεύει ότι η οικονομική αποδοτικότητα του καπιταλισμού, στο τέλος, θα διευκόλυνε περισσότερο μια καπιταλιστική κοινωνία αντί μια σοσιαλιστική να βελτιώσει τις συνθήκες των φτωχότερων τάξεων: «Παρ’ όλη τη γραφειοκρατικοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας, που ήταν η ίδια μια συνέπεια του καπιταλισμού, ο Βέμπερ εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η συγκέντρωση κέρδους σε “ορθολογικά” εγχειρήματα θα μπορούσε να έχει ηθική σημασία». (Beetham, 1985, 273). Σε αντίθεση με τον Σόμπαρτ, ο οποίος αντιπαθούσε τα κίνητρα που είχαν να κάνουν αμιγώς με το κέρδος, ο Βέμπερ παρέμεινε σε τέτοιο βαθμό ένας φιλελεύθερος μεγαλοαστός που δεν ήταν σε θέση να στηρίξει τις ελπίδες του σε οποιοδήποτε άλλο οικονομικό σύστημα από τον καπιταλισμό (Mommsen, 1984/1974).

Ωστόσο, κατά τ’ άλλα, οι Σόμπαρτ και Βέμπερ δεν διέφεραν και πολύ. Και οι δύο ζητούσαν ένα ισχυρό κράτος και έναν ισχυρό ηγέτη, αν και για διαφορετικούς λόγους. Ενώ ο Σόμπαρτ έβλεπε το κράτος ως μια ουδέτερη δύναμη που μπορούσε να μεσολαβήσει μεταξύ των τάξεων, να εμφυσήσει κοινωνικά ιδεώδη στον καπιταλισμό και να τιθασεύσει την τεχνολογία (Krause, 1960), ο Βέμπερ ήθελε μια ενωμένη Γερμανία και ένα ισχυρό κράτος κυρίως για λόγους διεθνούς κύρους και δύναμης (Mommsen, 1984, 394). Ενώ ο Σόμπαρτ δεν δίστασε να ζητήσει «μια συνολική κοινωνική τάξη εντός του κράτους» (Sombart, 1934, 224), ο Βέμπερ φοβόταν ότι η επέκταση της επιρροής του κράτους σε πάρα πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής θα ενίσχυε περαιτέρω το σιδηρούν κλουβί. Η απέχθεια του Βέμπερ προς τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές βασιζόταν εν μέρει σε αυτό που θεωρούσε προτίμησή τους για τις γραφειοκρατικές δομές. Για να βγει κανείς από το κλουβί, ήταν απαραίτητο να πιστέψει σε μια ισχυρή προσωπικότητα αντί σε ένα πολιτιστικό συμβούλιο και να στραφεί σε κάποιον με «χαρισματική εξουσία» αντί σε μια ισχυρή γραφειοκρατία (Weber, 1922c). Ένα χαρισματικό άτομο θα ήταν σε θέση να απομακρυνθεί από τις παραδόσεις και να οδηγήσει τον λαό και τις οργανώσεις σε νέους, επαναστατικούς δρόμους με την απολύτως «συγκεκριμένη και εξαιρετική αγιότητά του, τον ηρωισμό του ή τον παραδειγματικό χαρακτήρα του» (Weber, 1922a, 328).

Η πίστη του Βέμπερ στην πειθώ ορισμένων ατόμων δεν ερχόταν σε αντίθεση με την πίστη του στο κράτος. Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού κράτους ήταν απαραίτητη προκειμένου να πραγματωθεί η ιδέα του χαρισματικού πολιτικού και να γίνει νόμιμη. Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που μια μηχανή μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται, ακόμη και όταν ένα εργοστάσιο αποκτήσει έναν νέο διευθυντή ή ιδιοκτήτη, μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατία θα έπρεπε να μπορεί να εξυπηρετήσει έναν νέο κύριο.

Βαρελάς Τάκης / ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΓΡΑΝΑΖΙ ΔΕΝ ΓΥΡΝΑ / Ακουαρέλα  14cm X 21cm / 2022

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ

Σε αυτό το κεφάλαιο συναντήσαμε αρκετές πνευματικές αντιδράσεις στα προβλήματα που συνδέονται με την πρώτη κρίση της νεωτερικότητας. Από αυτές ξεχωρίζουν δύο, οι οποίες αλληλοσυνδέονται. Η μία προσέφυγε στην έννοια της γερμανικής κουλτούρας και η άλλη στο γερμανικό κράτος. Και οι δύο χαρακτηρίζονται από μια ισχυρή εθνικιστική προκατάληψη. Θα ήθελα να πω ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι προσπάθησαν γενικά να αντιμετωπίσουν τις απειλές της σύγχρονης τεχνολογίας, καταφεύγοντας στις εθνικιστικές ιδέες μιας ανώτερης γερμανικής κουλτούρας και ενός ισχυρού γερμανικού κράτους. Όσον αφορά τη διαμόρφωση της γερμανικής Sonderweg (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Ιδιαίτερη διαδρομή. Πρόκειται για θεωρία στη γερμανική ιστοριογραφία σύμφωνα με την οποία η Γερμανία και συγκεκριμένα η γερμανική νοοτροπία, η δομή της κοινωνίας και η ανάπτυξη των θεσμών ακολούθησαν μια διαφορετική διαδρομή σε σύγκριση με άλλα έθνη της Δύσης. Οι υπέρμαχοι αυτής της θεωρίας υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύχθηκε η Γερμανία ανά τους αιώνες στην ουσία εξασφάλισε την εξέλιξη μιας κοινωνικής και πολιτικής τάξης του ίδιου είδους με τη ναζιστική Γερμανία.), τόσο die Kultur (η κουλτούρα) όσο και der Staat (το κράτος) θα έπρεπε να σώσουν τον γερμανικό λαό από τις πιο καταστροφικές συνέπειες του εκμηχανισμού και της αμερικανοποίησης (Jakobsen et al, κεφάλαιο 5 στον παρόντα τόμο) (Kocka, 1988). Ασφαλώς, υπήρχαν κοσμοπολίτες, φιλελεύθεροι και φουτουριστές στη Γερμανία, αλλά ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος των Γερμανών διανοούμενων επέλεξε να συναντήσει τη νεωτερικότητα, επιστρέφοντας στις παραδοσιακές, αλλά εκ νέου ορισθείσες ιδέες της γερμανικής ιδιαιτερότητας. Κάνοντάς το αυτό, επιχείρησε να ενσωματώσει τη σύγχρονη τεχνολογία στη γερμανική κουλτούρα, τιθασεύοντάς τη με αυτό τον τρόπο. Προσπάθησε να κάνει τη σύγχρονη ζωή αποδεχτή, χτίζοντας ένα κατάλληλο μέρος γι’ αυτή μέσα στις υπάρχουσες δομές και ισχυριζόμενο ότι το γερμανικό κράτος έπρεπε να παίξει έναν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Ο Dann έχει δείξει πώς η ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού βασιλείου ή έθνους ήταν ένα ισχυρό συστατικό του γερμανικού στοχασμού από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και μετά – με ίχνη πίσω στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (Dann, 1993). Η ιδέα μπορεί να βρεθεί σε ομάδες διάφορων πολιτικών χρωματισμών και έχει λάβει μερικώς διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές συνθήκες. Έχει εμφανιστεί μεταμφιεσμένη ποικιλοτρόπως, με κάθε μεταμφίεση να φέρει μια ελαφρώς συγκεκριμένη συνδήλωση: Reichsnation (Έθνος του Ράιχ), Nationalstaat (εθνικό κράτος), Kulturnation (έθνος με μεγάλη πολιτιστική ιστορία) και, ασφαλώς, Dritte Reich (Τρίτο Ράιχ). Υποψιάζομαι ότι η ευελιξία αυτής της έννοιας εξηγεί γιατί ήταν δυνατό για τους διανοούμενους και τους πολιτικούς από διάφορα ιδεολογικά στρατόπεδα να την ορίσουν εκ νέου και να τη χρησιμοποιήσουν σε νέες καταστάσεις.

Ο Βέμπερ και ο Σόμπαρτ υιοθέτησαν αυτή τη γερμανική παράδοση στη θετική αξιολόγησή τους όσον αφορά το κράτος. Τόσο το βουλευτικό-δημοκρατικό κράτος του Βέμπερ υπό μια χαρισματική εξουσία όσο και το ελιτίστικο γερμανικό σοσιαλιστικό κράτος του Σόμπαρτ χτίστηκαν πάνω σε ιδανικά που είχαν μια μακρά ιστορία στη χώρα τους. Ομοίως, όλο το πρόγραμμα της μεταπολεμικής αναδιάρθρωσης του Ράτεναου ήταν εθνικιστικό στη ρίζα του. Το «Νέο Κράτος» του, κατά μία έννοια, δεν ήταν διόλου πολύ νέο, αλλά μάλλον μια αναδιαμόρφωση των ιδανικών που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην Πρωσία, πολύ πριν την εποχή του Βίσμαρκ. Τέλος, οι μανδαρίνοι, όπως ο Mayer, και οι μηχανικοί, όπως ο Weihe, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επανεφεύρουν την παλιά έννοια της γερμανικής κουλτούρας, ώστε αυτή να συμπεριλάβει τη σύγχρονη τεχνολογία.

Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Όπως επισημάνθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, οι τρόποι αντιμετώπισης του ερωτήματος όσον αφορά την τεχνολογία που αναπτύχθηκαν τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα έγιναν παραδειγματικοί για τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς διαλόγους. Πρώτον, η αρχικά γερμανική εκδοχή της Technikphilosophie –η οποία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αναπτυσσόταν περαιτέρω στις Ηνωμένες Πολιτείες– απέκτησε ορμή αυτή την περίοδο. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του με τίτλο Technological Enlightenment (Τεχνολογικός Διαφωτισμός) (Ropohl, 1991), ο φιλόσοφος Günter Ropohl πραγματεύεται αρκετά από τα ίδια θέματα και κάνει χρήση αρκετών από τις ίδιες έννοιες, όπως και ο Dessauer και ο Weihe. Δεύτερον, η έννοια-γλωσσοδέτης Technikfolgenabschätzung (Σ.τ.Μ.: Γερμανικά στο κείμενο. Αξιολόγηση των τεχνολογικών επιπτώσεων.) έλαβε τη γνωστική βάση της αυτή την περίοδο. Όταν οι γερμανικές αρχές αποτίμησαν το μέλλον των πυρηνικών εργοστασίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας πριν από λίγα χρόνια, ενήργησαν κατά πολύ όπως το πολιτιστικό συμβούλιο του Σόμπαρτ, αποφασίζοντας αν θα έπρεπε να επιτραπεί ή όχι σε μια ξένη τεχνολογία να ενσωματωθεί στο «Νέο Κράτος» της ενοποιημένης Γερμανίας (Dierkes et al, 1988). Τρίτον, για τον μοντέρνο ακαδημαϊκό τομέα της Techniksoziologie μπορούμε, κατά ορισμένους τρόπους, να εντοπίσουμε τις ρίζες του στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα. Όταν ο Γερμανός κοινωνιολόγος Werner Rammert επιχειρηματολογεί εναντίον του τεχνολογικού ντετερμινισμού και υπέρ μιας κατανόησης της τεχνολογίας ως κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν (Rammert, 1993), απηχεί ειδικά τον τρόπο που ο Βέμπερ θέτει το ερευνητικό του πρόβλημα (Collins, 1986) (Hård, 1994).

Το επιχείρημα δεν θα πρέπει να παρερμηνευθεί. Το γεγονός ότι τα συλλογιστικά πλαίσια τέθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν σημαίνει ότι οι συζητήσεις παρέμειναν οι ίδιες από τότε. Όπως επισημαίνει ο Peter Wagner στο κεφάλαιο 9 παρακάτω, νέες απρόβλεπτες καταστάσεις και νέες συνθήκες κάνουν δυνατούς νέους τρόπους κατανόησης. Οι παραδόσεις δεν είναι μόνο ζουρλομανδύες· δίνουν, επίσης, στα δρώντα υποκείμενα ευελιξία και ελευθερία. Ωστόσο, πιθανότατα δεν είναι σύμπτωση ότι οι τρεις διάλογοι που αναφέρθηκαν εδώ έχουν τόσο ισχυρές θέσεις στη Γερμανία, όπου διαμορφώθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν συνεχώς για σχεδόν 100 χρόνια.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. AEG: Allgemeine Electrizitäts-Gesellschaft.
  2. Ο συνολικός αριθμός των μαθητών στα τεχνικά κολέγια αυξήθηκε από 3.000 το 1885 σε 11.000 το 1911 (Ringer, 1987, 60).
  3. Βλέπε Jamison, κεφάλαιο 4 στον παρόντα τόμο.
  4. Μετά από πάνω από 30 χρόνια, ο Eberhard Zschimmer εξαπέλυσε μια ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον του Mayer. Ο Zschimmer βλέπει τον Mayer ως εκπρόσωπο των λεγόμενων καλλιεργημένων (gebildete) στοχαστών που είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ από την πραγματικότητα, ώστε είχαν παραμορφωθεί (verbildete) (Zschimmer, 1937, 37).
  5. Ας σημειωθεί ότι η συζήτηση εδώ αφορά την Technik και όχι την Technologie. Η δεύτερη είναι ένας επιστημολογικός και εκπαιδευτικός όρος που, από την εποχή του Johann Beckmann, είχε να κάνει με τη γνώση γύρω από την Technik (Μüller & Troitzsch, 1989).
  6. Παρατίθεται από τον Herf (Herf, 1984, 70)· το πρωτότυπο απόσπασμα υπάρχει στον Jünger (Jünger, 1929).
  7. Βλέπε Herf, 1984, 164 κ εξ.
  8. Ακολουθώ την πρόταση του Childers ότι οι Γερμανοί μηχανικοί ενήργησαν ως ένα επάγγελμα με τη σύγχρονη, αγγλοσαξονική έννοια του όρου, παρόλο που υιοθέτησαν ένα προνεωτερικό λεξιλόγιο, μιας και χαρακτήρισαν τον εαυτό τους ως Stand (τάξη) (Childers, 1990).
  9. Ο Schulin γράφει ότι ο πόλεμος έκανε τον Ράτεναου να «αμφισβητήσει τις προηγούμενες ιδέες του, τα σχέδιά του και τα σημεία εστίασής του» (Schulin, 1990, 55).
  10. Έως εκείνη την εποχή ο Σόμπαρτ, όπως και ο Dessauer και άλλοι, είχε αρχίσει να επεκτείνει την έννοια της Technik πέρα από τις απλές μηχανές.
  11. Μου φαίνεται ότι ο Βέμπερ είναι κάπως άδικος εδώ. Ο Σόμπαρτ είχε ξεκαθαρίσει απόλυτα στην ομιλία του ότι θα εστίαζε στις συνέπειες της τεχνολογίας για να μην κάνει την ομιλία του πολύ μακροσκελή. Είχε πει, επίσης, ότι «η μουσική ζωή συνδέεται με την τεχνολογία μέσω χιλιάδων νημάτων» (Sombart, 1911, 342).
  12. Απ’ όσο μπορώ να πω, ο Σόμπαρτ δεν το είχε ποτέ ισχυριστεί αυτό.
  13. Κριτική κάποιου Nonnenbruch στην εφημερίδα Völkischer Beobachter (αρ. 278, 3 Οκτωβρίου 1934)· παρατίθεται από τον Krause (Krause, 1960, 189-190).
  14. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα κείμενα του 1911 και του 1934 είναι ότι, στα τελευταία, προστέθηκε η λέξη «ολότητες».

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Οι εικόνες που συνοδεύουν το άρθρο είναι ευγενική προσφορά του ζωγράφου Παναγιώτη (Τάκη) Βαρελά, μέλος του ΔΣ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ως εκπρόσωπος του Επιμελητήριου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Abramowski, G., 1966. Das Geschichtsbild Max Webers: Universalgeschichte am Leitfaden des okzidentalen Rationalisierungsprozesses. Stuttgart: Ernst Klett.

Åmark, K., 1990. Anteckningar om Max Weber, politik och professioner. MS, Uppsala: SCASSS.

Baark, E., & Jamison, A., 1986. The Technology and Culture Problematique. In: idem (eds) Technological Development in China, India and Japan: Cross-Cultural Perspectives. Houndmills, Basingstoke, Hamps.: McMillan, pp. 1-34.

Banta, M., 1993. Taylored Lives: Narrative Productions in the Age of Taylor, Veblen, and Ford. Chicago and London: The University of Chicago Press.

Barnouw, D., 1988. Weimar Intellectuals and the Threat of Modernity. Bloomington and Indianapolis: Indiana University Press.

Bauman, Z., 1989. Modernity and the Holocaust. Ithaca, NY: Cornell University Press.

Beetham, D., 1985. Max Weber and the Theory of Modern Politics. Cambridge: Polity.

Bijker, W., E., Hughes, T., P., & Pinch, T., J., (eds) 1987. The Social Construction of Technological Systems: New Directions in the Sociology and History of Technology. Cambridge, MA: The MIT Press.

Bollenbeck, G., 1994. Bildung und Kultur. Glanz und Elend eines deutschen Deutungsmusters. Frankfurt a. M. and Leipzig: Insel Verlag.

Bourdieu, P., 1990/1980. The Logic of Practice. Stanford: Stanford University Press.

Bourdieu, P., 1991. Language and Symbolic Power. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Chandler, A., D., 1977. The Visible Hand: The Managerial Revolution in American Business. Cambridge, MA: Belknap.

Childers, T., 1990. The Social Language of Politics in Germany: The Sociology of Political Discourse in the Weimar Republic. American Historical Review, 95, 331-358.

Collins, R., 1986. Weberian Sociological Theory. Cambridge: Cambridge University Press.

Coudenhove-Kalergi, R., N., 1922. Apologie der Technik. Leipzig: Der neue Geist Verlag.

Dann, O., 1993. Nation und Nationalismus in Deutschland 1770-1990. Munich: C. H. Beck.

De Geer, H., 1978. Rationaliseringsrörelsen i Sverige. Effektivitetsidéer och socialt ansvar under mellankrigstiden. Stockholm: Studieförbundet näringsliv och samhälle.

Dessauer, F., 1908. Technische Kultur. Kempten: Kösel.

Dessauer, F., 1958. Streit um die Technik. Frankfurt a. M.: Josef Knecht.

Dierkes, M., Knie, A., & Wagner, P., 1988. Die Diskussion über das Verhältnins von Technik und Politik in der Weimarer Republik. Leviathan, 16, 1-22.

Dietz, B., Fessner, M., and Maier, H., (eds) 1996. Technische Intelligenz und «Kulturfaktor Technik». Kulturvorstellungen von Technikern und Ingenieuren zwischen Kaiserreich und früher Bundesrepublik Deutschland. Münster: Waxmann.

Forman, P., 1971. Weimar Culture, Causality, and Quantum Theory. Historical Studies in the Physical Sciences, 3, 1-116.

Galbraith, J., K., 1967. The New Industrial State. New York: New American Library.

Gerth, H., H., and Mills, C., W., (eds). From Max Weber: Essays in Sociology. New York: Oxford University Press.

Gispen, K., 1989. New Profession, Old Order: Engineers and German Society, 1815-1914. Cambridge: Cambridge University Press.

Habermas, J., 1981. Theorie des kommunikativen Handels. 2 vols. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

Hård, M., 1990. Teknik-och-kultur-diskursen. Ett utsnitt ur den tyska moderniseringsdebatten, 1906-33. In: idem and Conny Mithander, Teknik som diskurs. Moderniseringsdebatter i Tyskland och Sverige, 1905-35, s. t. i. c., Vol. 3. Gothenburg: Department of Theory of Science, Gothenburg University, 7-47.

Hård, M., 1994. Machines are Frozen Spirit: The Scientification of Refrigeration and Brewing in the 19th Century – A Weberian Inerpretation. Frankfurt a. M. and Boulder, Col.: Campus Verlag and Westview Press.

Harris, A., L., 1958. Economics and Social Reform. New York: Harper & Brothers.

Helldén, A., 1986. Maskinerna och lyckan. Ur industrisamhällets idéhistoria. Stockholm: Ordfront.

Hellige, H., D., 1990. Walther Rathenau: ein Kritiker der Moderne als Organisator des Kapitalismus. In: Hughes et al, 32-54.

Herf, J., 1984. Reactionary Modernism: Technology, Culture, and Politics in Weimar and the Third Reich. Cambridge: Cambridge University Press.

Hermand, J., and Trommler, F., 1988. Die Kultur der Weimarer Republik. Frankfurt a. M.: Fischer Taschenbuch Verlag.

Hortleder, G., 1974. Das Gesellschaftsbild des Ingenieurs. Zum politischen Verhalten der technischen Intelligenz in Deutschland. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

Hughes, H., S., 1958. Consciousness and Society: The Reorientation of European Social Thought 1890-1930. New York: Knopf.

Hughes, T., P., 1987. The Evolution of Large Technological Systems. In: Bijker et al, 51-82.

Hughes, T., P., 1990. Walther Rathenau: «System Builder». In: Hughes et al, 9-31.

Hughes, T., P., et al, 1990. Ein Mann vieler Eigenschaften. Walther Rathenau und die Kultur der Moderne. Berlin: Klaus Wagenbach.

Jünger, E., 1929. Feuer und Blut. Ein kleiner Ausschnitt aus dem grossen Schlacht. Berlin: Frundsberg Verlag.

Kocka, J., 1988. German History Before Hitler: The Debate about the German Sonderweg. Journal of Contemporary History, 23, 3-16.

Koenne, W., 1979. On the Relationship between Philosophy and Technology in the German-Speaking Countries. In: George Bugliarello and Dean B. Doner (eds), The History and Philosophy of Technology. Urbana, Ill.

Krause, W., 1960. Werner Sombarts Weg vom Kathedersozialismus zum Faschismus. Αδημοσίευτη διατριβή. Berlin: Humboldt-Universität.

Lambourne, R., Shallis, M., and Shortland, M., 1990. Close Encounters? Science and Science Fiction. Bristol and New York: Adam Hilger.

Lenk, H., 1982. Zur Sozialphilosophie der Technik. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

Liedman, S.-E., 1986. Den synliga handen. Anders Berch och ekonomiämnena vid 1700-talets svenska universitet. Stockholm: Arbetarkultur.

Ludwig, K.-H., 1974. Technik und Ingenieure im Dritten Reich. Düsseldorf: Droste.

McNeill, W., H., 1983. The Pursuit of Power: Technology, Armed Force, and Society Since A.D. 1000. Oxford: Basil Blackwell.

Mader, U., 1974. Walther Rathenau als Funktionär des Finanzkapitals. Beiträge zu einer politischen Biographie 1887-1917. Berlin: Humboldt-Universität.

Maier, C. S., 1987. In Search of Stability: Explorations in Historical Political Economy. Cambridge: Cambridge University Press.

Mann, T., 1969/1924. The Magic Mountain. New York: Vintage Books.

Marcuse, H., 1968. Negations: Essays in Critical Theory. London: Allen Lane, The Penguin Press.

Mayer, E., A., von, 1906. Technik und Kultur. Berlin: Hüpeden & Merzyn.

Mitzman, A., 1971. The Iron Cage: An Historical Interpretation of Max Weber. New York: Knopf.

Mommsen, W., J., 1984/1974. Max Weber and German Politics, 1890-1920. Chicago and London: University of Chicago Press.

Müller, H., P., and Troitzsch, U., (eds) 1992. Technologie zwischen Fortschritt und Tradition. Beiträge zum Internationalen Johann Beckmann-Symposium Göttingen 1989. Frankfurt a. M.: Peter Lang.

Nolan, M., 1994. Visions of Modernity: American Business and the Modernization of Germany. New York and Oxford: Oxford University Press.

Peukert, D., J., K., 1987. Die Weimarer Republik. Krisenjahre der klassischen Moderne. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

Pot, J., H., J., van der, 1985. Die Bewertung des technischen Fortschritts. Eine systematische Übersicht der Theorien. Assen: van Gorcum.

Rammert, W., 1993. Technik aus soziologischer Perspektive. Opladen: Westdeutscher Verlag.

Rathenau, W., 1912. Zur Kritik der Zeit. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1913. Zur Mechanik des Geistes. Oder vom Reich der Seele. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1916. Probleme der Friedenswirtschaft. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1917. Kommande tider – kommande ting. Stockholm: Hugo Gebers.

Rathenau, W., 1917a. Von kommenden Dingen. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1918. An Deutschlands Jugend. Berlin: S. Fischer

Rathenau, W., 1918a. Die neue Wirtschaft. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1918b. Stockholm: Hugo Gebers.

Rathenau, W., 1918c./1916. Fredshushållningens problem. In: Rathenau, 1918b, 9-43.

Rathenau, W., 1918d. Den nya hushållningen. In: Rathenau, 1918b, 45-125.

Rathenau, W., 1918e/1912. Nutidens väsen. Stockholm: Hugo Gebers.

Rathenau, W., 1918f/1913. Själens krafter. Bidrag till nutidens psykologi. Stockholm: Hugo Gebers.

Rathenau, W., 1919. Autonome Wirtschaft. Jena: Eugen Diederich.

Rathenau, W., 1919a. Kejsaren och andra studier. Stockholm: Hugo Gebers.

Rathenau, W., 1919b. Die neue Gesellschaft. Berlin: S. Fischer.

Rathenau, W., 1922/1919. Der neue Staat. Berlin: S. Fischer.

Renneberg, M., and Walker, M., 1993. Scientists, Engineers and National Socialists. In idem (eds) Science, Technology and National Socialism. Cambridge: Cambridge University Press, 1-29.

Ringer, F., 1969. The Decline of the German Mandarins: The German Academic Community, 1890-1933. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Ringer, F., 1987/1969. Die Gelehrten. Der Niedergang der deutschen Mandarine 1890-1933. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

Ropohl, G., 1991. Technologische Aufklärung. Beiträge zur Technikphilosophie. Frankfurt a. M.: Suhrkamp.

Schluchter, W., 1989. Rationalism, Religion, and Domination: A Weberian Perspective. Berkeley, CA: University of California Press.

Schmidt, G., 1981. Technik und kapitalistischer Betrieb. Max Webers Konzept der industriellen Entwicklung und das Rationlisierungsprblem in der neueren Industriesoziologie».In Walter M. Sprondel and Constans Seyfarth (eds) Max Weber und die Rationalisierung sozialen Handelns. Stuttgart: Ferdinand Enke, 168-188.

Schröter, M., 1920. Die Kulturmöglichkeit der Technik als Formproblem der produktiven Arbeit. Kritische Studien zur Darlegung der Zivilisation und der Kultur der Gegenwart. Berlin and Leipzig: Walter de Gruyter.

Schröter, M., 1922. Der Streit um Spengler. Kritik seiner Kritiker. Munich: C.H. Beck.

Schröter, M., 1934. Philosophie der Technik. In: A. Baeumler and M. Schröter (eds) Handbuch der Philosophie. Abteilung IV: Staat und Geschichte. Munich and Berlin: R. Oldenbourg.

Schulin, E., 1990. Krieg und Modernisierung. Rathenau als philosophierender Industrieorganisator im Ersten Weltkrieg. In: Hughes et al, 55-67.

Schweitzer, A., 1923-24. Kulturphilosophie, 2 Vols. Munich: C. H. Beck.

Sieferle, R., P., 1984. Fortschrittsfeinde? Opposition gegen Technik und Industrie von der Romantik bis zur Gegenwart. Munich: C. H. Beck.

Smith, M., R., and Marx, L., 1994. Does Technology Drive History? The Dilemma of Technological Determinism. Cambridge, MA: The MIT Press.

Sombart, W., 1911. Technik und Kultur. Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, 33, 305-47.

Sombart, W., 1927. Der moderne Kapitalismus. Band III. Das Wirtschaftsleben im Zeitalter des Hochkapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

Sombart, W., 1930. Die drei Nationalökonomien. Geschichte und System der Lehre von der Wirtschaft. Munich: Duncker & Humblot.

Sombart, W., 1932. Die Zukunft des Kapitalismus. Munich: Duncker & Humblot.

Sombart, W., 1934. Deutscher Sozialismus. Berlin: Buchholz & Weisswange.

Spengler, O., 1931. Människan och tekniken. Bidrag till en livsfilosofi. Stockholm: Hugo Gebers.

Spengler, O., 1991/1918-22. Der Untergang des Abendlandes. Umrisse einer Morphologie der Weltgeschichte. Munich: Deutscher Taschenbuch Verlag.

Stern, F., 1961. The Politics of Cultural Despair: A Study in the Rise of the German Ideology. Berkeley: University of California Press.

Stodola, A., 1932. Gedanken zu einer Weltanschauung vom Standpunkte des Ingenieurs. Berlin: J. Springer (2nd ed.).

Stråth, B., (ed), 1990. Language and the Construction of Class Identities. The Struggle for Discursive Power in Social Organisation: Scandinavia and Germany after 1800. Gothenburg: Department of History, Gothenburg University.

Volkov, S., 1990. Überlegungen zur Ermordung Rathenaus als symbolischem Akt. In: Hughes et al, 99-105.

Wagner, P., 1994. A Sociology of Modernity: Liberty and Discipline. London and New York: Routledge.

Weber, M., 1919. Geistige Sozialisierung (Technik und Volksbildung). Zeitschrift des Vereines deutscher Ingenieure, 63, 86f.

Weber, M., 1924/1910. Diskussionsrede zu W. Sombarts Vortrag über Technik und Kultur. Erste Soziologentagung Frankfurt 1910. In: idem Gesammelte Aufsätze zur Soziologie und Sozialpolitik. Tübingen: J. C. B. Mohr, 449-56.

Weber, M., 1930/1904-1905. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. London: George Allen & Unwin.

Weber, M., 1958/1922. Bureaucracy. In: Gerth and Mills, 196-244.

Weber, M., 1958a/1919. Science as a Vocation. In: Gerth and Mills, 129-156.

Weber, M., 1958b/1922. The Sociology of Charismatic Authority. In: Gerth and Mills, 245-264.

Weber, M., 1964/1922. The Theory of Social and Economic Organization. New York: Free Press.

Weber, M., 1981/1923. General Economic History. New Brunswick and London: Transaction Books.

Weihe, C., 1918. Der Kulturwert der Technik. Technik und Wirtschaft, 11, 329-339, 406-13.

Winner, L., 1977. Autonomous Technology: Technics-out-of-Control as a Theme in Political Thought. Cambridge, MA: The MIT Press.

Zschimmer, E., 1914. Philosophie der Technik. Vom Sinn der Technik und Kritik des Unsinns über die Technik. Jena: E. Diederichs.

Zschimmer, E., 1937. Deutsche Philosophen der Technik. Stuttgart: Enke.

Βασίλης Λεμπέσης

Καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής, Πανεπιστήμιο King Saud, Ριάντ, Σαουδικής Αραβίας

Leave a Reply